ك
إصحاح
G1967
G1968. epipíptō
G1969
المعنى المختصر للكلمة
epipíptō: to embrace (with affection) or seize (with more or less violence
اللفظ الأصلي ἐπιπίπτω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق epipíptō (ep-ee-pip-to)
تكرار الورود في الكتاب 12 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to embrace (with affection) or seize (with more or less violence
2 literally or figuratively)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
fall into (on, upon) lie on press upon

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπέπεσεν (6×) καὶ ; ἐπέπεσεν (2×) ἐπέπεσον (1×) ἐπιπίπτειν (1×) ἐπιπεπτωκός, (1×) καὶ ; ἐπιπεσόντες (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (12 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لأَنَّهُ كَانَ قَدْ شَفَى كَثِيرِينَ، حَتَّى وَقَعَ عَلَيْهِ لِيَلْمِسَهُ كُلُّ مَنْ فِيهِ دَاءٌ.
γὰρ ἐθεράπευσεν πολλοὺς ὥστε ἐπιπίπτειν αὐτῷ ἵνα ; αὐτοῦ ; ἅψωνται ὅσοι εἶχον μάστιγας.
فَلَمَّا رَآهُ زَكَرِيَّا اضْطَرَبَ وَوَقَعَ عَلَيْهِ خَوْفٌ.
καὶ ἰδών, Ζαχαρίας ἐταράχθη καὶ ; ἐπέπεσεν ἐπ᾽ ; αὐτόν.¶ φόβος
فَقَامَ وَجَاءَ إِلَى أَبِيهِ. وَإِذْ كَانَ لَمْ يَزَلْ بَعِيدًا رَآهُ أَبُوهُ، فَتَحَنَّنَ وَرَكَضَ وَوَقَعَ عَلَى عُنُقِهِ وَقَبَّلَهُ.
καὶ ; ἀναστὰς ἦλθεν πρὸς τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ.¶ δὲ αὐτοῦ Ἔτι μακρὰν ; ἀπέχοντος εἶδεν ; αὐτὸν ὁ ; πατὴρ ; αὐτοῦ καὶ ; ἐσπλαγχνίσθη, καὶ ; δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν ; τράχηλον ; αὐτοῦ καὶ ; κατεφίλησεν ; αὐτόν.
لأَنَّهُ لَمْ يَكُنْ قَدْ حَلَّ عَلَى أَحَدٍ مِنْهُمْ، غَيْرَ أَنَّهُمْ كَانُوا مُعْتَمِدِينَ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
γὰρ οὔπω ἦν ἐπιπεπτωκός, ἐπ᾽ οὐδενὶ αὐτῶν μόνον ; δὲ ὑπῆρχον βεβαπτισμένοι εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ.
فَجَاعَ كَثِيرًا وَاشْتَهَى أَنْ يَأْكُلَ. وَبَيْنَمَا هُمْ يُهَيِّئُونَ وَقَعَتْ عَلَيْهِ غَيْبَةٌ،
ἐγένετο ; δὲ ; πρόσπεινος, καὶ ; ἤθελεν γεύσασθαι. δὲ ἐκείνων παρασκευαζόντων ἐπέπεσεν ἐπ᾽ ; αὐτὸν ἔκστασις,
فَبَيْنَمَا بُطْرُسُ يَتَكَلَّمُ بِهذِهِ الأُمُورِ حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ كَانُوا يَسْمَعُونَ الْكَلِمَةَ.
Ἔτι τοῦ ; Πέτρου λαλοῦντος ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας τὸν ; λόγον.
فَلَمَّا ابْتَدَأْتُ أَتَكَلَّمُ، حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ كَمَا عَلَيْنَا أَيْضًا فِي الْبُدَاءَةِ.
ἐν ; δὲ ; τῷ ἄρξασθαί ; με λαλεῖν ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ὥσπερ ἐφ᾽ ; ἡμᾶς καὶ ἐν ἀρχῇ.
فَالآنَ هُوَذَا يَدُ الرَّبِّ عَلَيْكَ، فَتَكُونُ أَعْمَى لاَ تُبْصِرُ الشَّمْسَ إِلَى حِينٍ. فَفِي الْحَالِ سَقَطَ عَلَيْهِ ضَبَابٌ وَظُلْمَةٌ، فَجَعَلَ يَدُورُ مُلْتَمِسًا مَنْ يَقُودُهُ بِيَدِهِ.
καὶ ; νῦν ἰδοὺ χεὶρ τοῦ ; κυρίου ἐπὶ ; σέ, καὶ ; ἔσῃ τυφλὸς μὴ βλέπων τὸν ; ἥλιον ἄχρι καιροῦ. παραχρῆμά ; δὲ ἐπέπεσεν ἐπ᾽ ; αὐτὸν ἀχλὺς καὶ ; σκότος, καὶ ; περιάγων ἐζήτει χειραγωγούς.
وَصَارَ هذَا مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِ الْيَهُودِ وَالْيُونَانِيِّينَ السَّاكِنِينَ فِي أَفَسُسَ. فَوَقَعَ خَوْفٌ عَلَى جَمِيعِهِمْ، وَكَانَ اسْمُ الرَّبِّ يَسُوعَ يَتَعَظَّمُ.
δὲ ; ἐγένετο τοῦτο γνωστὸν πᾶσιν Ἰουδαίοις καὶ ; Ἕλλησιν τοῖς ; κατοικοῦσιν τὴν ; Ἔφεσον καὶ ; ἐπέπεσεν φόβος ἐπὶ πάντας ; αὐτούς, καὶ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, ἐμεγαλύνετο
فَنَزَلَ بُولُسُ وَوَقَعَ عَلَيْهِ وَاعْتَنَقَهُ قَائِلاً: لاَ تَضْطَرِبُوا. لأَنَّ نَفْسَهُ فِيهِ..
καταβὰς ; δὲ ὁ ; Παῦλος ἐπέπεσεν αὐτῷ καὶ ; συμπεριλαβὼν εἶπεν· μὴ θορυβεῖσθε· γὰρ ἡ ; ψυχὴ ; αὐτοῦ ἐν ; αὐτῷ ; ἐστιν.
وَكَانَ بُكَاءٌ عَظِيمٌ مِنَ الْجَمِيعِ، وَوَقَعُوا عَلَى عُنُقِ بُولُسَ يُقَبِّلُونَهُ
δὲ ; ἐγένετο κλαυθμὸς ἱκανὸς πάντων, καὶ ; ἐπιπεσόντες ἐπὶ τὸν ; τράχηλον τοῦ ; Παύλου κατεφίλουν ; αὐτόν,
لأَنَّ الْمَسِيحَ أَيْضًا لَمْ يُرْضِ نَفْسَهُ، بَلْ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: تَعْيِيرَاتُ مُعَيِّرِيكَ وَقَعَتْ عَلَيَّ.
γὰρ ὁ ; Χριστὸς καὶ οὐχ ἤρεσεν ἑαυτῷ ἀλλὰ καθὼς γέγραπται· οἱ ; ὀνειδισμοὶ τῶν ; ὀνειδιζόντων ; σε ἐπέπεσον ἐπ᾽ ; ἐμέ.