ك
إصحاح
G1472
G1473. egṓ
G1474
المعنى المختصر للكلمة
egṓ: a primary pronoun of the first person I (only expressed when emphatic)
اللفظ الأصلي ἐγώ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق egṓ (eg-o)
تكرار الورود في الكتاب 624 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

a primary pronoun of the first person I (only expressed when emphatic)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
I me

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐγὼ (194×) ἐγώ (34×) ἐν ; ἐμοὶ (27×) ἐμοὶ (24×) μετ᾽ ; ἐμοῦ (20×) ὅτι ; ἐγὼ (17×) ἐμὲ (13×) ἐμαυτοῦ (10×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (624 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَالآنَ هَا أَنَا أَذْهَبُ إِلَى أُورُشَلِيمَ مُقَيَّدًا بِالرُّوحِ، لاَ أَعْلَمُ مَاذَا يُصَادِفُنِي هُنَاكَ.
Καὶ ; νῦν ἰδοὺ ἐγὼ πορεύομαι εἰς Ἰερουσαλὴμ δεδεμένος τῷ ; πνεύματι μὴ εἰδώς, τὰ συναντήσοντά ; μοι ἐν ; αὐτῇ
وَلكِنَّنِي لَسْتُ أَحْتَسِبُ لِشَيْءٍ، وَلاَ نَفْسِي ثَمِينَةٌ عِنْدِي، حَتَّى أُتَمِّمَ بِفَرَحٍ سَعْيِي وَالْخِدْمَةَ الَّتِي أَخَذْتُهَا مِنَ الرَّبِّ يَسُوعَ، لأَشْهَدَ بِبِشَارَةِ نِعْمَةِ اللهِ.
ἀλλ᾽ οὐδενὸς ; λόγον; ποιοῦμαι οὐδὲ τὴν ; ψυχὴν ; μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειῶσαι μετὰ ; χαρᾶς τὸν ; δρόμον ; μου καὶ ; τὴν ; διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; χάριτος τοῦ ; θεοῦ.
وَالآنَ هَا أَنَا أَعْلَمُ أَنَّكُمْ لاَ تَرَوْنَ وَجْهِي أَنْتُمْ جَمِيعًا الَّذِينَ مَرَرْتُ بَيْنَكُمْ كَارِزًا بِمَلَكُوتِ اللهِ.
καὶ ; νῦν ἰδοὺ ἐγὼ οἶδα ὅτι οὐκέτι ὄψεσθε τὸ ; πρόσωπόν ; μου ὑμεῖς πάντες, οἷς διῆλθον ἐν κηρύσσων τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.
لِذلِكَ أُشْهِدُكُمُ الْيَوْمَ هذَا أَنِّي بَرِيءٌ مِنْ دَمِ الْجَمِيعِ،
διὸ μαρτύρομαι ; ὑμῖν ἐν ; τῇ ; ἡμέρᾳ σήμερον ὅτι ; ἐγὼ καθαρός ἀπὸ τοῦ ; αἵματος πάντων·
فَحَدَثَ لِي وَأَنَا ذَاهِبٌ وَمُتَقَرِّبٌ إِلَى دِمَشْقَ أَنَّهُ نَحْوَ نِصْفِ النَّهَارِ، بَغْتَةً أَبْرَقَ حَوْلِي مِنَ السَّمَاءِ نُورٌ عَظِيمٌ.
ἐγένετο ; δέ μοι πορευομένῳ καὶ ; ἐγγίζοντι τῇ ; Δαμασκῷ περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης περιαστράψαι περὶ ; ἐμέ· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ φῶς ἱκανὸν
فَأَجَبْتُ: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ لِي: أَنَا يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ.
ἐγὼ ; δὲ ; ἀπεκρίθην· τίς εἶ κύριε; εἶπέν ; τε πρός ; με· εἰμι ; ἐγώ Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖος ὃν σὺ διώκεις.
وَالَّذِينَ كَانُوا مَعِي نَظَرُوا النُّورَ وَارْتَعَبُوا، وَلكِنَّهُمْ لَمْ يَسْمَعُوا صَوْتَ الَّذِي كَلَّمَنِي.
οἱ ; δὲ ὄντες σὺν ; ἐμοὶ ἐθεάσαντο τὸ ; μὲν ; φῶς καὶ ; ἔμφοβοι ; ἐγένοντο, δὲ οὐκ ἤκουσαν τὴν ; φωνὴν τοῦ ; λαλοῦντός ; μοι.
فَرَأَيْتُهُ قَائِلاً لِي: أَسْرِعْ. وَاخْرُجْ عَاجِلاً مِنْ أُورُشَلِيمَ، لأَنَّهُمْ لاَ يَقْبَلُونَ شَهَادَتَكَ عَنِّي.
καὶ ; ἰδεῖν ; αὐτὸν λέγοντά μοι· σπεῦσον καὶ ; ἔξελθε ἐν ; τάχει ἐξ Ἰερουσαλήμ, διότι οὐ παραδέξονταί τὴν ; μαρτυρίαν περὶ ; ἐμοῦ.
فَقُلْتُ: يَا رَبُّ، هُمْ يَعْلَمُونَ أَنِّي كُنْتُ أَحْبِسُ وَأَضْرِبُ فِي كُلِّ مَجْمَعٍ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ بِكَ.
κἀγὼ ; εἶπον· κύριε, αὐτοὶ ἐπίστανται ὅτι ; ἐγὼ ἤμην φυλακίζων καὶ ; δέρων κατὰ τὰς ; συναγωγὰς τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ ; σέ·
فَقَالَ لِي: اذْهَبْ، فَإِنِّي سَأُرْسِلُكَ إِلَى الأُمَمِ بَعِيدًا.
καὶ ; εἶπεν πρός ; με· πορεύου, ὅτι ; ἐγὼ ἐξαποστελῶ ; σε.¶ εἰς ἔθνη μακρὰν
فَأَجَابَ الأَمِيرُ: أَمَّا أَنَا فَبِمَبْلَغٍ كَبِيرٍ اقْتَنَيْتُ هذِهِ الرَّعَوِيَّةَ. فَقَالَ بُولُسُ: أَمَّا أَنَا فَقَدْ وُلِدْتُ فِيهَا.
ἀπεκρίθη ; τε ὁ ; χιλίαρχος· ἐγὼ κεφαλαίου πολλοῦ ἐκτησάμην. ταύτην τὴν ; πολιτείαν δὲ ; ἔφη· ὁ ; Παῦλος δὲ ἐγὼ καὶ γεγέννημαι.
فَأَجَابَ الأَمِيرُ: أَمَّا أَنَا فَبِمَبْلَغٍ كَبِيرٍ اقْتَنَيْتُ هذِهِ الرَّعَوِيَّةَ. فَقَالَ بُولُسُ: أَمَّا أَنَا فَقَدْ وُلِدْتُ فِيهَا.
ἀπεκρίθη ; τε ὁ ; χιλίαρχος· ἐγὼ κεφαλαίου πολλοῦ ἐκτησάμην. ταύτην τὴν ; πολιτείαν δὲ ; ἔφη· ὁ ; Παῦλος δὲ ἐγὼ καὶ γεγέννημαι.
فَتَفَرَّسَ بُولُسُ فِي الْمَجْمَعِ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، إِنِّي بِكُلِّ ضَمِيرٍ صَالِحٍ قَدْ عِشْتُ للهِ إِلَى هذَا الْيَوْمِ.
Ἀτενίσας ; δὲ ὁ ; Παῦλος τῷ συνεδρίῳ εἶπεν· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ πάσῃ συνειδήσει ἀγαθῇ πεπολίτευμαι τῷ ; θεῷ ἄχρι ταύτης τῆς ; ἡμέρας.
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶
وَفِي اللَّيْلَةِ التَّالِيَةِ وَقَفَ بِهِ الرَّبُّ وَقَالَ: ثِقْ يَا بُولُسُ. لأَنَّكَ كَمَا شَهِدْتَ بِمَا لِي فِي أُورُشَلِيمَ، هكَذَا يَنْبَغِي أَنْ تَشْهَدَ فِي رُومِيَةَ أَيْضًا.
δὲ Τῇ ; νυκτὶ ἐπιούσῃ ἐπιστὰς αὐτῷ ὁ ; κύριος εἶπεν· θάρσει Παῦλε· γὰρ ὡς διεμαρτύρω τὰ περὶ ; ἐμοῦ εἰς Ἰερουσαλήμ, οὕτω σε ; δεῖ μαρτυρῆσαι.¶ εἰς Ῥώμην καὶ
فَأَجَابَ بُولُسُ، إِذْ أَوْمَأَ إِلَيْهِ الْوَالِي أَنْ يَتَكَلَّمَ: إِنِّي إِذْ قَدْ عَلِمْتُ أَنَّكَ مُنْذُ سِنِينَ كَثِيرَةٍ قَاضٍ لِهذِهِ الأُمَّةِ، أَحْتَجُّ عَمَّا فِي أَمْرِي بِأَكْثَرِ سُرُورٍ.
Ἀπεκρίθη ; δὲ ὁ ; Παῦλος, νεύσαντος αὐτῷ τοῦ ; ἡγεμόνος λέγειν· ἐπιστάμενος σε ἐκ ἐτῶν πολλῶν κριτὴν τούτῳ τῷ ; ἔθνει ἀπολογοῦμαι· περὶ ἐμαυτοῦ εὐθύμως ; τὰ
كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يَحْضُرُوا لَدَيْكَ وَيَشْتَكُوا، إِنْ كَانَ لَهُمْ عَلَيَّ شَيْءٌ.
οὓς ; δεῖ παρεῖναι ἐπὶ ; σοῦ καὶ ; κατηγορεῖν, εἴ ἔχοιεν πρὸς ; ἐμέ. τι
أَوْ لِيَقُلْ هؤُلاَءِ أَنْفُسُهُمْ مَاذَا وَجَدُوا فِيَّ مِنَ الذَّنْبِ وَأَنَا قَائِمٌ أَمَامَ الْمَجْمَعِ،
ἢ εἰπάτωσαν αὐτοὶ οὗτοι εἴ ; τί εὗρον ἐν ; ἐμοὶ ἀδίκημα μου στάντος ἐπὶ τοῦ ; συνεδρίου,
إِلاَّ مِنْ جِهَةِ هذَا الْقَوْلِ الْوَاحِدِ الَّذِي صَرَخْتُ بِهِ وَاقِفًا بَيْنَهُمْ: أَنِّي مِنْ أَجْلِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أُحَاكَمُ مِنْكُمُ الْيَوْمَ.
ἢ περὶ ταύτης φωνῆς μιᾶς ἧς ἐκέκραξα ἑστὼς ἐν ; αὐτοῖς ὅτι ; ἐγὼ περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν κρίνομαι ὑφ᾽; ὑμῶν.¶ σήμερον
وَلكِنَّ فَسْتُوسَ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، أَجَابَ بُولُسَ قِائِلاً: أَتَشَاءُ أَنْ تَصْعَدَ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِتُحَاكَمَ هُنَاكَ لَدَيَّ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ.
δὲ Ὁ ; Φῆστος θέλων καταθέσθαι, τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριν ἀποκριθεὶς τῷ ; Παύλῳ εἶπεν· θέλεις ἀναβὰς εἰς Ἱεροσόλυμα κρίνεσθαι ἐκεῖ ἐπ᾽ ; ἐμοῦ; περὶ τούτων
فَلَمَّا وَقَفَ الْمُشْتَكُونَ يَأْتُوا بِعِلَّةٍ وَاحِدَةٍ مِمَّا كُنْتُ أَظُنُّ.
σταθέντες οἱ ; κατήγοροι ἐπέφερον αἰτίαν οὐδεμίαν ὧν ἐγὼ ὑπενόουν
وَإِذْ كُنْتُ مُرْتَابًا فِي الْمَسْأَلَةِ عَنْ هذَا قُلْتُ: أَلَعَلَّهُ يَشَاءُ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَيُحَاكَمَ هُنَاكَ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ.
δὲ ἐγὼ ἀπορούμενος εἰς ζήτησιν περὶ τούτου ἔλεγον βούλοιτο ; εἰ πορεύεσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα κρίνεσθαι κἀκεῖ περὶ τούτων.
وَأَمَّا أَنَا فَلَمَّا وَجَدْتُ أَنَّهُ لَمْ يَفْعَلْ شَيْئًا يَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ، وَهُوَ قَدْ رَفَعَ دَعْوَاهُ إِلَى أُوغُسْطُسَ، عَزَمْتُ أَنْ أُرْسِلَهُ.
δὲ ἐγὼ καταλαβόμενος μηδὲν ; πεπραχέναι, ἄξιον ; αὐτὸν θανάτου αὐτοῦ ; δὲ ; τούτου ἐπικαλεσαμένου τὸν ; Σεβαστὸν ἔκρινα πέμπειν ; αὐτόν.
إِنِّي أَحْسِبُ نَفْسِي سَعِيدًا الْمَلِكُ أَغْرِيبَاسُ، إِذْ أَنَا مُزْمِعٌ أَنْ أَحْتَجَّ الْيَوْمَ لَدَيْكَ عَنْ كُلِّ مَا يُحَاكِمُنِي بِهِ الْيَهُودُ.
ἥγημαι ἐμαυτὸν μακάριον βασιλεῦ Ἀγρίππα, μέλλων ἀπολογεῖσθαι· σήμερον ἐπὶ ; σοῦ περὶ πάντων ὧν ἐγκαλοῦμαι ὑπὸ Ἰουδαίων,
فَأَنَا ارْتَأَيْتُ فِي نَفْسِي أَنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ أَصْنَعَ أُمُورًا كَثِيرَةً مُضَادَّةً لاسْمِ يَسُوعَ النَّاصِرِيِّ.
Ἐγὼ ; μὲν ; οὖν ἔδοξα ἐμαυτῷ δεῖν πρᾶξαι, πολλὰ ἐναντία πρὸς ; τὸ ; ὄνομα Ἰησοῦ τοῦ ; Ναζωραίου
رَأَيْتُ فِي نِصْفِ النَّهَارِ فِي الطَّرِيقِ، أَيُّهَا الْمَلِكُ، نُورًا مِنَ السَّمَاءِ مِنْ لَمَعَانِ الشَّمْسِ، قَدْ أَبْرَقَ حَوْلِي الذَّاهِبِينَ مَعِي.
εἶδον, μέσης ἡμέρας κατὰ τὴν ; ὁδὸν βασιλεῦ, φῶς οὐρανόθεν ; ὑπὲρ τὴν ; λαμπρότητα τοῦ ; ἡλίου περιλάμψαν ; με καὶ ; τοὺς ; πορευομένους. σὺν ; ἐμοὶ
فَقُلْتُ أَنَا: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ: أَنَا يَسُوعُ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ.
δὲ ; εἶπα· ἐγὼ τίς εἶ κύριε; δὲ ; εἶπεν· ἐγώ ; εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις.
لِتَفْتَحَ عُيُونَهُمْ كَيْ يَرْجِعُوا مِنْ ظُلُمَاتٍ إِلَى نُورٍ، وَمِنْ سُلْطَانِ الشَّيْطَانِ إِلَى اللهِ، حَتَّى يَنَالُوا بِالإِيمَانِ بِي غُفْرَانَ الْخَطَايَا وَنَصِيبًا مَعَ الْمُقَدَّسِينَ.
ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς ; αὐτῶν, τοῦ ἐπιστρέψαι ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ ; τῆς ἐξουσίας τοῦ ; σατανᾶ ἐπὶ τὸν ; θεόν, τοῦ λαβεῖν ; αὐτοὺς πίστει τῇ ; εἰς ; ἐμέ.¶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ; κλῆρον ἐν τοῖς ; ἡγιασμένοις
وَبَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ اسْتَدْعَى بُولُسُ الَّذِينَ كَانُوا وُجُوهَ الْيَهُودِ. فَلَمَّا اجْتَمَعُوا قَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، مَعَ أَنِّي لَمْ أَفْعَلْ شَيْئًا ضِدَّ الشَّعْبِ أَوْ عَوَائِدِ الآبَاءِ، أُسْلِمْتُ مُقَيَّدًا مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَيْدِي الرُّومَانِيِّينَ،
Ἐγένετο ; δὲ ; μετὰ τρεῖς ἡμέρας συγκαλέσασθαι τὸν ; Παῦλον τοὺς ὄντας πρώτους· τῶν ; Ἰουδαίων δὲ συνελθόντων ἔλεγεν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγώ, οὐδὲν ; ποιήσας ἐναντίον τῷ ; λαῷ ἢ τοῖς ; ἔθεσιν τοῖς ; πατρῴοις, παρεδόθην δέσμιος ἐξ Ἱεροσολύμων εἰς τὰς ; χεῖρας τῶν ; Ῥωμαίων,