ك
إصحاح
G1286
G1287. diaskorpízō
G1288
المعنى المختصر للكلمة
diaskorpízō: to dissipate, i.e. (genitive case) to rout or separate
اللفظ الأصلي διασκορπίζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق diaskorpízō (dee-as-kor-pid-zo)
تكرار الورود في الكتاب 9 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to dissipate, i.e. (genitive case) to rout or separate
2 specially, to winnow
3 figuratively, to squander
الإنجليزية — KJV Translation Tags
disperse scatter (abroad) strew waste

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; διασκορπισθήσεται (2×) διεσκόρπισεν (2×) ὡς ; διασκορπίζων (1×) τὰ ; διεσκορπισμένα (1×) διεσκόρπισας· (1×) διεσκόρπισα; (1×) διεσκορπίσθησαν. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (9 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 25: 24 Mat.25.24
ثُمَّ جَاءَ أَيْضًا الَّذِي أَخَذَ الْوَزْنَةَ الْوَاحِدَةَ وَقَالَ: يَا سَيِّدُ، عَرَفْتُ أَنَّكَ إِنْسَانٌ قَاسٍ، تَحْصُدُ حَيْثُ لَمْ تَزْرَعْ، وَتَجْمَعُ مِنْ حَيْثُ لَمْ تَبْذُرْ.
δὲ προσελθὼν καὶ τὸ ὁ ; εἰληφὼς τάλαντον ἓν εἶπεν· κύριε, ἔγνων σε ; ὅτι ; εἶ ἄνθρωπος σκληρὸς θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ ; συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας·
متى 25: 26 Mat.25.26
فَأَجَابَ سَيِّدُهُ وَقَالَ لَهُ: أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ وَالْكَسْلاَنُ، عَرَفْتَ أَنِّي أَحْصُدُ حَيْثُ لَمْ أَزْرَعْ، وَأَجْمَعُ مِنْ حَيْثُ لَمْ أَبْذُرْ،
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· δοῦλε πονηρὲ καὶ ; ὀκνηρέ, ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ ; συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα;
متى 26: 31 Mat.26.31
حِينَئِذٍ قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: كُلُّكُمْ تَشُكُّونَ فِيَّ فِي هذِهِ اللَّيْلَةِ، لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: أَنِّي أَضْرِبُ الرَّاعِيَ فَتَتَبَدَّدُ خِرَافُ الرَّعِيَّةِ.
Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· πάντες ; ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε ἐν ; ἐμοὶ ἐν ταύτῃ· τῇ ; νυκτὶ γάρ· γέγραπται πατάξω τὸν ; ποιμένα, καὶ ; διασκορπισθήσεται τὰ ; πρόβατα τῆς ; ποίμνης.
وَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: إِنَّ كُلَّكُمْ تَشُكُّونَ فِيَّ فِي اللَّيْلَةِ، لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: أَنِّي أَضْرِبُ الرَّاعِيَ فَتَتَبَدَّدُ الْخِرَافُ.
Καὶ ; λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι πάντες σκανδαλισθήσεσθε ἐν ; ἐμοὶ ἐν τῇ ; νυκτὶ ταύτῃ, ; ὅτι γέγραπται· πατάξω τὸν ; ποιμένα, καὶ ; διασκορπισθήσεται τὰ ; πρόβατα
صَنَعَ قُوَّةً بِذِرَاعِهِ. شَتَّتَ الْمُسْتَكْبِرِينَ بِفِكْرِ قُلُوبِهِمْ.
ἐποίησεν κράτος ἐν ; βραχίονι ; αὐτοῦ· διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ καρδίας ; αὐτῶν·
وَبَعْدَ أَيَّامٍ لَيْسَتْ بِكَثِيرَةٍ جَمَعَ الابْنُ الأَصْغَرُ كُلَّ شَيْءٍ وَسَافَرَ إِلَى كُورَةٍ بَعِيدَةٍ، وَهُنَاكَ بَذَّرَ مَالَهُ بِعَيْشٍ مُسْرِفٍ.
καὶ ; μετ᾽ ἡμέρας οὐ πολλὰς συναγαγὼν ὁ ; υἱὸς νεώτερος ἅπαντα ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακρὰν καὶ ; ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν ; οὐσίαν ; αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως.
وَقَالَ أَيْضًا لِتَلاَمِيذِهِ: كَانَ إِنْسَانٌ غَنِيٌّ لَهُ وَكِيلٌ، فَوُشِيَ بِهِ إِلَيْهِ بِأَنَّهُ يُبَذِّرُ أَمْوَالَهُ.
Ἔλεγεν ; δὲ καὶ πρὸς ; τοὺς ; μαθητάς ; αὐτοῦ· ἦν ἄνθρωπός ; τις πλούσιος ὃς ; εἶχεν οἰκονόμον, καὶ ; οὗτος ; διεβλήθη αὐτῷ ὡς ; διασκορπίζων τὰ ; ὑπάρχοντα ; αὐτοῦ.
وَلَيْسَ عَنِ الأُمَّةِ فَقَطْ، بَلْ لِيَجْمَعَ أَبْنَاءَ اللهِ الْمُتَفَرِّقِينَ إِلَى وَاحِدٍ.
καὶ ; οὐχ ὑπὲρ τοῦ ; ἔθνους μόνον ἀλλ᾽ ἵνα ; καὶ ; συναγάγῃ τὰ ; τέκνα τοῦ ; θεοῦ τὰ ; διεσκορπισμένα εἰς ἕν.¶
بَعْدَ هذَا قَامَ يَهُوذَا الْجَلِيلِيُّ فِي أَيَّامِ الاكْتِتَابِ، وَأَزَاغَ وَرَاءَهُ شَعْبًا غَفِيرًا. فَذَاكَ أَيْضًا هَلَكَ، وَجَمِيعُ الَّذِينَ انْقَادُوا إِلَيْهِ تَشَتَّتُوا.
μετὰ τοῦτον ἀνέστη Ἰούδας ὁ ; Γαλιλαῖος ἐν ταῖς ; ἡμέραις τῆς ; ἀπογραφῆς καὶ ; ἀπέστησεν ὀπίσω ; αὐτοῦ· λαὸν ἱκανὸν κἀκεῖνος ἀπώλετο, καὶ ; πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διεσκορπίσθησαν.