ك
إصحاح
G1193
G1194. dérō
G1195
المعنى المختصر للكلمة
dérō: properly, to flay, i.e. (by implication) to scourge, or (by analogy) to thrash
اللفظ الأصلي δέρω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق dérō (der-o)
تكرار الورود في الكتاب 14 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary verb;

المعنى والشرح المفصل

properly, to flay, i.e. (by implication) to scourge, or (by analogy) to thrash

الإنجليزية — KJV Translation Tags
beat smite

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δαρήσεται (2×) ὑμᾶς ; δέρει. (1×) ἔδειραν, (1×) ἔδειραν (1×) τοὺς; μὲν ; δέροντες, (1×) οἱ ; δὲ ; δείραντες (1×) με ; δέρεις;¶ (1×) καὶ ; δέρων (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 21: 35 Mat.21.35
فَأَخَذَ الْكَرَّامُونَ عَبِيدَهُ وَجَلَدُوا بَعْضًا وَقَتَلُوا بَعْضًا وَرَجَمُوا بَعْضًا.
καὶ ; λαβόντες οἱ ; γεωργοὶ τοὺς ; δούλους ; αὐτοῦ, ἔδειραν, ὃν ; μὲν δὲ ; ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ; ἐλιθοβόλησαν. ὃν
فَأَخَذُوهُ وَجَلَدُوهُ وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
οἱ ; δὲ; λαβόντες ; αὐτὸν ἔδειραν καὶ ; ἀπέστειλαν κενόν.
ثُمَّ أَرْسَلَ أَيْضًا آخَرَ، فَقَتَلُوهُ. ثُمَّ آخَرِينَ كَثِيرِينَ، فَجَلَدُوا مِنْهُمْ بَعْضًا وَقَتَلُوا بَعْضًا.
καὶ ἀπέστειλεν· πάλιν ἄλλον κἀκεῖνον ; ἀπέκτειναν, καὶ ἄλλους, πολλοὺς τοὺς; μὲν ; δέροντες, τοὺς; δὲ ; ἀποκτέννοντες.
فَانْظُرُوا إِلَى نُفُوسِكُمْ. لأَنَّهُمْ سَيُسَلِّمُونَكُمْ إِلَى مَجَالِسَ، وَتُجْلَدُونَ فِي مَجَامِعَ، وَتُوقَفُونَ أَمَامَ وُلاَةٍ وَمُلُوكٍ، مِنْ أَجْلِي، شَهَادَةً لَهُمْ.
Βλέπετε ; δὲ ; ὑμεῖς ἑαυτούς· γὰρ παραδώσουσιν ; ὑμᾶς εἰς συνέδρια, καὶ ; δαρήσεσθε εἰς συναγωγὰς καὶ ; σταθήσεσθε ἐπὶ ἡγεμόνων καὶ ; βασιλέων ἕνεκεν ; ἐμοῦ εἰς ; μαρτύριον αὐτοῖς.
وَأَمَّا ذلِكَ الْعَبْدُ الَّذِي يَعْلَمُ إِرَادَةَ سَيِّدِهِ وَلاَ يَسْتَعِدُّ وَلاَ يَفْعَلُ بحَسَبِ إِرَادَتِهِ، فَيُضْرَبُ كَثِيرًا.
δὲ Ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ὁ γνοὺς τὸ ; θέλημα τοῦ ; κυρίου ; ἑαυτοῦ καὶ ; μὴ ἑτοιμάσας μηδὲ ποιήσας πρὸς τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ δαρήσεται πολλάς.
وَلكِنَّ الَّذِي لاَ يَعْلَمُ، وَيَفْعَلُ مَا يَسْتَحِقُّ ضَرَبَاتٍ، يُضْرَبُ قَلِيلاً. فَكُلُّ مَنْ أُعْطِيَ كَثِيرًا يُطْلَبُ مِنْهُ كَثِيرٌ، وَمَنْ يُودِعُونَهُ كَثِيرًا يُطَالِبُونَهُ بِأَكْثَرَ.
δὲ ὁ μὴ γνοὺς ποιήσας ; δὲ ἄξια πληγῶν δαρήσεται ὀλίγας. παντὶ ; δὲ ᾧ ἐδόθη πολύ, ζητηθήσεται παρ᾽ ; αὐτοῦ· πολὺ καὶ ; ᾧ παρέθεντο πολύ, αἰτήσουσιν ; αὐτόν.¶ περισσότερον
وَفِي الْوَقْتِ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ عَبْدًا لِكَيْ يُعْطُوهُ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ، فَجَلَدَهُ الْكَرَّامُونَ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; ἐν καιρῷ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς δοῦλον ἵνα δῶσιν; αὐτῷ· ἀπὸ τοῦ ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος δὲ ; αὐτὸν ; δείραντες οἱ ; γεωργοὶ ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν κενόν.
فَعَادَ وَأَرْسَلَ عَبْدًا آخَرَ، فَجَلَدُوا ذلِكَ أَيْضًا وَأَهَانُوهُ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; προσέθετο πέμψαι δοῦλον· ἕτερον οἱ ; δὲ ; δείραντες κἀκεῖνον ἀτιμάσαντες ἐξαπέστειλαν κενόν.
وَالرِّجَالُ الَّذِينَ كَانُوا ضَابِطِينَ يَسُوعَ كَانُوا يَسْتَهْزِئُونَ بِهِ وَهُمْ يَجْلِدُونَهُ،
Καὶ ; οἱ ; ἄνδρες οἱ συνέχοντες τὸν ; Ἰησοῦν ἐνέπαιζον ; αὐτῷ δέροντες.
أَجَابَهُ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ قَدْ تَكَلَّمْتُ رَدِيًّا فَاشْهَدْ عَلَى الرَّدِيِّ، وَإِنْ حَسَنًا فَلِمَاذَا تَضْرِبُنِي.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ ἐλάλησα, κακῶς μαρτύρησον περὶ τοῦ ; κακοῦ· εἰ ; δὲ καλῶς, τί με ; δέρεις;¶
فَانْقَادُوا إِلَيْهِ. وَدَعُوا الرُّسُلَ وَجَلَدُوهُمْ، وَأَوْصَوْهُمْ أَنْ لاَ يَتَكَلَّمُوا بِاسْمِ يَسُوعَ، ثُمَّ أَطْلَقُوهُمْ.
ἐπείσθησαν ; δὲ αὐτῷ, καὶ ; προσκαλεσάμενοι ἀποστόλους ; τοὺς δείραντες παρήγγειλαν μὴ λαλεῖν ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ἀπέλυσαν ; αὐτούς.¶
فَقُلْتُ: يَا رَبُّ، هُمْ يَعْلَمُونَ أَنِّي كُنْتُ أَحْبِسُ وَأَضْرِبُ فِي كُلِّ مَجْمَعٍ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ بِكَ.
κἀγὼ ; εἶπον· κύριε, αὐτοὶ ἐπίστανται ὅτι ; ἐγὼ ἤμην φυλακίζων καὶ ; δέρων κατὰ τὰς ; συναγωγὰς τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ ; σέ·
إِذًا، أَنَا أَرْكُضُ هكَذَا كَأَنَّهُ لَيْسَ عَنْ غَيْرِ يَقِينٍ. هكَذَا أُضَارِبُ كَأَنِّي لاَ أَضْرِبُ الْهَوَاءَ.
τοίνυν ἐγὼ τρέχω οὕτως ὡς οὐκ ἀδήλως, οὕτως πυκτεύω ὡς οὐκ δέρων· ἀέρα
لأَنَّكُمْ تَحْتَمِلُونَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَسْتَعْبِدُكُمْ. إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْكُلُكُمْ. إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْخُذُكُمْ. إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَرْتَفِعُ. إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَضْرِبُكُمْ عَلَى وُجُوهِكُمْ.
γάρ, ἀνέχεσθε εἴ τις ὑμᾶς ; καταδουλοῖ, εἴ τις κατεσθίει, εἴ τις λαμβάνει, εἴ τις ἐπαίρεται, εἴ τις ὑμᾶς ; δέρει. εἰς πρόσωπον