ك
إصحاح
G1188
G1189. déomai
G1190
المعنى المختصر للكلمة
déomai: to beg (as binding oneself), i.e. petition
اللفظ الأصلي δέομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق déomai (deh-om-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 19 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to beg (as binding oneself), i.e. petition

الإنجليزية — KJV Translation Tags
beseech pray (to) make request

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δέομαί (3×) δέομαι (3×) δεόμενοι (3×) ἐδέετο (1×) ἐδεήθην (1×) ἐδεήθη (1×) καὶ ; ἐδεήθην (1×) καὶ ; δεόμενος (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (19 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَكَانَ فِي إِحْدَى الْمُدُنِ، فَإِذَا رَجُلٌ مَمْلُوءٌ بَرَصًا. فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ خَرَّ عَلَى وَجْهِهِ وَطَلَبَ إِلَيْهِ قَائِلاً: يَا سَيِّدُ، إِنْ أَرَدْتَ تَقْدِرْ أَنْ تُطَهِّرَنِي.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν ; τῷ ; εἶναι ; αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν ; πόλεων καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με ; καθαρίσαι.
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ صَرَخَ وَخَرَّ لَهُ، وَقَالَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: مَا لِي وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ الْعَلِيِّ. أَطْلُبُ مِنْكَ أَنْ لاَ تُعَذِّبَنِي..
δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ ; εἶπεν· φωνῇ μεγάλῃ τί ἐμοὶ καὶ ; σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου; δέομαί σου, μή με ; βασανίσῃς.
أَمَّا الرَّجُلُ الَّذِي خَرَجَتْ مِنْهُ الشَّيَاطِينُ فَطَلَبَ إِلَيْهِ أَنْ يَكُونَ مَعَهُ، وَلكِنَّ يَسُوعَ صَرَفَهُ قَائِلاً:
δὲ ὁ ; ἀνὴρ οὗ ἐξεληλύθει ἀφ᾽ τὰ ; δαιμόνια ἐδέετο αὐτοῦ εἶναι σὺν ; αὐτῷ. δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἀπέλυσεν ; αὐτὸν λέγων·
وَإِذَا رَجُلٌ مِنَ الْجَمْعِ صَرَخَ قِائِلاً: يَا مُعَلِّمُ، أَطْلُبُ إِلَيْكَ. اُنْظُرْ إِلَى ابْنِي، فَإِنَّهُ وَحِيدٌ لِي.
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου ἀνεβόησεν λέγων· διδάσκαλε, δέομαί σου ἐπιβλέψον ἐπὶ τὸν ; υἱόν ; μου ὅτι ; ἐστιν· μονογενής μοί
وَطَلَبْتُ مِنْ تَلاَمِيذِكَ أَنْ يُخْرِجُوهُ فَلَمْ يَقْدِرُوا.
καὶ ; ἐδεήθην τῶν ; μαθητῶν ; σου ἵνα ; ἐκβάλλωσιν; αὐτό, καὶ ; οὐκ ἠδυνήθησαν.¶
اِسْهَرُوا إِذًا وَتَضَرَّعُوا فِي كُلِّ حِينٍ، لِكَيْ تُحْسَبُوا أَهْلاً لِلنَّجَاةِ مِنْ جَمِيعِ هذَا الْمُزْمِعِ أَنْ يَكُونَ، وَتَقِفُوا قُدَّامَ ابْنِ الإِنْسَانِ.
ἀγρυπνεῖτε οὖν δεόμενοι ἐν παντὶ καιρῷ ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα ταῦτα τὰ ; μέλλοντα γίνεσθαι καὶ ; σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου.¶
وَلكِنِّي طَلَبْتُ مِنْ أَجْلِكَ لِكَيْ لاَ يَفْنَى إِيمَانُكَ. وَأَنْتَ مَتَى رَجَعْتَ ثَبِّتْ إِخْوَتَكَ.
ἐγὼ ; δὲ ἐδεήθην περὶ ; σοῦ ἵνα μὴ ἐκλείπῃ ἡ ; πίστις ; σου. καὶ ; σύ ποτε ἐπιστρέψας στήρισον τοὺς ; σου. ; ἀδελφούς
وَلَمَّا صَلَّوْا تَزَعْزَعَ الْمَكَانُ الَّذِي كَانُوا مُجْتَمِعِينَ فِيهِ، وَامْتَلأَ الْجَمِيعُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، وَكَانُوا يَتَكَلَّمُونَ بِكَلاَمِ اللهِ بِمُجَاهَرَةٍ.
καὶ αὐτῶν ; δεηθέντων ἐσαλεύθη ὁ ; τόπος ᾧ ἦσαν συνηγμένοι, ἐν καὶ ; ἐπλήσθησαν ἅπαντες τοῦ πνεύματος ἁγίου καὶ ἐλάλουν τὸν ; λόγον θεοῦ μετὰ ; παρρησίας.¶
فَتُبْ مِنْ شَرِّكَ هذَا، وَاطْلُبْ إِلَى اللهِ عَسَى أَنْ يُغْفَرَ لَكَ فِكْرُ قَلْبِكَ،
μετανόησον ; οὖν ἀπὸ τῆς ; κακίας ; σου ταύτης καὶ ; δεήθητι τοῦ θεοῦ εἰ ; ἄρα ἀφεθήσεταί σοι ἡ ; ἐπίνοια τῆς ; καρδίας ; σου.
فَأَجَابَ سِيمُونُ وَقَالَ: اطْلُبَا أَنْتُمَا إِلَى الرَّبِّ مِنْ أَجْلِي لِكَيْ لاَ يَأْتِيَ عَلَيَّ مِمَّا ذَكَرْتُمَا.
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Σίμων εἶπεν· δεήθητε ὑμεῖς πρὸς τὸν ; κύριον, ὑπὲρ ; ἐμοῦ ὅπως μηδὲν ἐπέλθῃ ἐπ᾽ ; ἐμὲ ὧν εἰρήκατε.
فَأَجَابَ الْخَصِيُّ فِيلُبُّسَ وَقَالَ: أَطْلُبُ إِلَيْكَ: عَنْ مَنْ يَقُولُ النَّبِيُّ هذَا. عَنْ نَفْسِهِ أَمْ عَنْ وَاحِدٍ آخَرَ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; εὐνοῦχος τῷ ; Φιλίππῳ εἶπεν· δέομαί σου, περὶ τίνος λέγει ὁ ; προφήτης τοῦτο; περὶ ἑαυτοῦ, ἢ περὶ τινός; ἑτέρου
وَهُوَ تَقِيٌّ وَخَائِفُ اللهِ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ، يَصْنَعُ حَسَنَاتٍ كَثِيرَةً لِلشَّعْبِ، وَيُصَلِّي إِلَى اللهِ فِي كُلِّ حِينٍ.
εὐσεβὴς ; καὶ φοβούμενος τὸν ; θεὸν σὺν παντὶ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ, ποιῶν ἐλεημοσύνας πολλὰς τῷ ; λαῷ καὶ ; δεόμενος τοῦ ; θεοῦ διὰ διαπαντός
لاَ سِيَّمَا وَأَنْتَ عَالِمٌ بِجَمِيعِ الْعَوَائِدِ وَالْمَسَائِلِ الَّتِي بَيْنَ الْيَهُودِ. لِذلِكَ أَلْتَمِسُ مِنْكَ أَنْ تَسْمَعَنِي بِطُولِ الأَنَاةِ.
μάλιστα σε γνώστην ; ὄντα πάντων τῶν ; ἐθῶν τε ; καὶ ; ζητημάτων. κατὰ Ἰουδαίους διὸ δέομαι σου ἀκοῦσαί ; μου.¶ μακροθύμως
مُتَضَرِّعًا دَائِمًا فِي صَلَوَاتِي عَسَى الآنَ أَنْ يَتَيَسَّرَ لِي مَرَّةً بِمَشِيئَةِ اللهِ أَنْ آتِيَ إِلَيْكُمْ.
δεόμενος, πάντοτε ἐπὶ τῶν ; προσευχῶν ; μου εἴ ; πως ἤδη εὐοδωθήσομαι ποτὲ ἐν ; τῷ ; θελήματι τοῦ ; θεοῦ ἐλθεῖν πρὸς ; ὑμᾶς·
إِذًا نَسْعَى كَسُفَرَاءَ عَنِ الْمَسِيحِ، كَأَنَّ اللهَ يَعِظُ بِنَا. نَطْلُبُ عَنِ الْمَسِيحِ: تَصَالَحُوا مَعَ اللهِ.
οὖν πρεσβεύομεν, Ὑπὲρ Χριστοῦ ὡς τοῦ ; θεοῦ παρακαλοῦντος δι᾽ ; ἡμῶν· δεόμεθα ὑπὲρ Χριστοῦ· καταλλάγητε τῷ ; θεῷ.
مُلْتَمِسِينَ مِنَّا، بِطِلْبَةٍ كَثِيرَةٍ، أَنْ نَقْبَلَ النِّعْمَةَ وَشَرِكَةَ الْخِدْمَةِ الَّتِي لِلْقِدِّيسِينَ.
δεόμενοι ἡμῶν μετὰ ; παρακλήσεως πολλῆς δέξασθαι τὴν ; χάριν καὶ ; τὴν ; κοινωνίαν τῆς ; διακονίας εἰς τοὺς ; ἁγίους
وَلكِنْ أَطْلُبُ أَنْ لاَ أَتَجَاسَرَ وَأَنَا حَاضِرٌ بِالثِّقَةِ الَّتِي بِهَا أَرَى أَنِّي سَأَجْتَرِئُ عَلَى قَوْمٍ يَحْسِبُونَنَا كَأَنَّنَا نَسْلُكُ حَسَبَ الْجَسَدِ.
δὲ δέομαι τὸ μὴ θαρρῆσαι παρὼν τῇ ; πεποιθήσει ᾗ λογίζομαι τολμῆσαι ἐπί τινας τοὺς ; λογιζομένους ; ἡμᾶς ὡς περιπατοῦντας. κατὰ σάρκα
أَتَضَرَّعُ إِلَيْكُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ، كُونُوا كَمَا أَنَا لأَنِّي أَنَا كَمَا أَنْتُمْ. لَمْ تَظْلِمُونِي شَيْئًا.
δέομαι ὑμῶν· Ἀδελφοί, Γίνεσθε ὡς ἐγώ, ὅτι κἀγὼ ὡς ὑμεῖς.¶ οὐδέν ; με ; ἠδικήσατε.
طَالِبِينَ لَيْلاً وَنَهَارًا أَوْفَرَ طَلَبٍ، أَنْ نَرَى وُجُوهَكُمْ، وَنُكَمِّلَ نَقَائِصَ إِيمَانِكُمْ.
δεόμενοι νυκτὸς καὶ ; ἡμέρας ὑπερεκπερισσοῦ ἰδεῖν ὑμῶν ; τὸ ; πρόσωπον καὶ ; καταρτίσαι τὰ ; ὑστερήματα τῆς ; πίστεως ; ὑμῶν;¶