ك
إصحاح
G931
G932. basileía
G933
المعنى المختصر للكلمة
basileía: properly, royalty, i.e. (abstractly) rule, or (concretely) a realm (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي βασιλεία
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق basileía (bas-il-i-ah)
تكرار الورود في الكتاب 142 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

properly, royalty, i.e. (abstractly) rule, or (concretely) a realm (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
kingdom + reign

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἡ ; βασιλεία (38×) τὴν ; βασιλείαν (34×) τῆς ; βασιλείας (18×) τῇ ; βασιλείᾳ (15×) βασιλείαν (9×) εἰς ; τὴν ; βασιλείαν (6×) καὶ ; βασιλεία (3×) βασιλείαν, (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (142 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
كَارِزًا بِمَلَكُوتِ اللهِ، وَمُعَلِّمًا بِأَمْرِ الرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ بِكُلِّ مُجَاهَرَةٍ، بِلاَ مَانِعٍ.
κηρύσσων τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; διδάσκων τὰ ; περὶ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ ; πάσης παρρησίας ἀκωλύτως.¶
لأَنْ لَيْسَ مَلَكُوتُ اللهِ أَكْلاً وَشُرْبًا، بَلْ هُوَ بِرٌّ وَسَلاَمٌ وَفَرَحٌ فِي الرُّوحِ الْقُدُسِ.
γάρ οὐ ; ἐστιν ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ βρῶσις καὶ ; πόσις ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ ; εἰρήνη καὶ ; χαρὰ ἐν πνεύματι ἁγίῳ·
لأَنَّ مَلَكُوتَ اللهِ لَيْسَ بِكَلاَمٍ، بَلْ بِقُوَّةٍ.
γὰρ ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ οὐ ἐν ; λόγῳ ἀλλ᾽ ἐν ; δυνάμει.¶
أَمْ لَسْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّ الظَّالِمِينَ لاَ يَرِثُونَ مَلَكُوتَ اللهِ. لاَ تَضِلُّوا: لاَ زُنَاةٌ وَلاَ عَبَدَةُ أَوْثَانٍ وَلاَ فَاسِقُونَ وَلاَ مَأْبُونُونَ وَلاَ مُضَاجِعُو ذُكُورٍ،
ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ἄδικοι οὐ κληρονομήσουσιν;¶ βασιλείαν θεοῦ Μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοὶ οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται
وَلاَ سَارِقُونَ وَلاَ طَمَّاعُونَ وَلاَ سِكِّيرُونَ وَلاَ شَتَّامُونَ وَلاَ خَاطِفُونَ يَرِثُونَ مَلَكُوتَ اللهِ.
οὔτε κλέπται οὔτε πλεονέκται οὔτε μέθυσοι οὐ λοίδοροι οὐχ ἅρπαγες κληρονομήσουσιν. βασιλείαν θεοῦ
وَبَعْدَ ذلِكَ النِّهَايَةُ، مَتَى سَلَّمَ الْمُلْكَ ِللهِ الآبِ، مَتَى أَبْطَلَ كُلَّ رِيَاسَةٍ وَكُلَّ سُلْطَانٍ وَكُلَّ قُوَّةٍ.
εἶτα τὸ ; τέλος, ὅταν παραδῷ τὴν ; βασιλείαν τῷ ; θεῷ καὶ ; πατρί, ὅταν καταργήσῃ πᾶσαν ἀρχὴν καὶ ; πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν·
فَأَقُولُ هذَا أَيُّهَا الإِخْوَةُ: إِنَّ لَحْمًا وَدَمًا لاَ يَقْدِرَانِ أَنْ يَرِثَا مَلَكُوتَ اللهِ، وَلاَ يَرِثُ الْفَسَادُ عَدَمَ الْفَسَادِ.
δέ ; φημι, Τοῦτο ἀδελφοί, ὅτι σὰρξ καὶ ; αἷμα οὐ δύνανται κληρονομῆσαι βασιλείαν θεοῦ οὐδὲ κληρονομεῖ. ἡ ; φθορὰ τὴν ; ἀφθαρσίαν
حَسَدٌ قَتْلٌ سُكْرٌ بَطَرٌ، وَأَمْثَالُ هذِهِ الَّتِي أَسْبِقُ فَأَقُولُ لَكُمْ عَنْهَا كَمَا سَبَقْتُ فَقُلْتُ أَيْضًا: إِنَّ الَّذِينَ يَفْعَلُونَ مِثْلَ هذِهِ لاَ يَرِثُونَ مَلَكُوتَ اللهِ.
φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι, καὶ ; τὰ ; ὅμοια τούτοις· ἃ προλέγω ὑμῖν καθὼς προεῖπον καὶ ὅτι οἱ πράσσοντες τὰ τοιαῦτα οὐ κληρονομήσουσιν. βασιλείαν θεοῦ
فَإِنَّكُمْ تَعْلَمُونَ هذَا أَنَّ كُلَّ زَانٍ أَوْ نَجِسٍ أَوْ طَمَّاعٍ الَّذِي هُوَ عَابِدٌ لِلأَوْثَانِ لَيْسَ لَهُ مِيرَاثٌ فِي مَلَكُوتِ الْمَسِيحِ وَاللهِ.
γὰρ ; ἔστε γινώσκοντες τοῦτο ὅτι πᾶς πόρνος ἢ ἀκάθαρτος ἢ πλεονέκτης, ὅς ἐστιν εἰδωλολάτρης, οὐκ ἔχει κληρονομίαν ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; Χριστοῦ καὶ ; θεοῦ.¶
الَّذِي أَنْقَذَنَا مِنْ سُلْطَانِ الظُّلْمَةِ، وَنَقَلَنَا إِلَى مَلَكُوتِ ابْنِ مَحَبَّتِهِ،
ὃς ἐρρύσατο ; ἡμᾶς ἐκ τῆς ; ἐξουσίας τοῦ ; σκότους καὶ ; μετέστησεν εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; υἱοῦ τῆς ; ἀγάπης ; αὐτοῦ,
وَيَسُوعُ الْمَدْعُوُّ يُسْطُسَ، الَّذِينَ هُمْ مِنَ الْخِتَانِ. هؤُلاَءِ هُمْ وَحْدَهُمُ الْعَامِلُونَ مَعِي لِمَلَكُوتِ اللهِ، الَّذِينَ صَارُوا لِي تَسْلِيَةً.
καὶ ; Ἰησοῦς λεγόμενος Ἰοῦστος, οἱ ; ὄντες ἐκ περιτομῆς, οὗτοι μόνοι συνεργοὶ εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ, οἵτινες ἐγενήθησάν μοι παρηγορία.¶
وَنُشْهِدُكُمْ لِكَيْ تَسْلُكُوا كَمَا يَحِقُّ لِلهِ الَّذِي دَعَاكُمْ إِلَى مَلَكُوتِهِ وَمَجْدِهِ.
καὶ ; μαρτυρούμενοι; ὑμᾶς εἰς τὸ ; περιπατῆσαι ἀξίως τοῦ ; θεοῦ τοῦ ὑμᾶς ; καλοῦντος εἰς τὴν ; ἑαυτοῦ ; βασιλείαν καὶ ; δόξαν.¶
بَيِّنَةً عَلَى قَضَاءِ اللهِ الْعَادِلِ، أَنَّكُمْ تُؤَهَّلُونَ لِمَلَكُوتِ اللهِ الَّذِي لأَجْلِهِ تَتَأَلَّمُونَ أَيْضًا.
ἔνδειγμα τῆς κρίσεως θεοῦ ; τοῦ δικαίας ὑμᾶς εἰς ; τὸ ; καταξιωθῆναι τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ ἧς ὑπὲρ πάσχετε· καὶ
الَّذِينَ بِالإِيمَانِ: قَهَرُوا مَمَالِكَ، صَنَعُوا بِرًّا، نَالُوا مَوَاعِيدَ، سَدُّوا أَفْوَاهَ أُسُودٍ،
οἳ διὰ ; πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων,
لِذلِكَ وَنَحْنُ قَابِلُونَ مَلَكُوتًا لاَ يَتَزَعْزَعُ لِيَكُنْ عِنْدَنَا شُكْرٌ بِهِ نَخْدِمُ اللهَ خِدْمَةً مَرْضِيَّةً، بِخُشُوعٍ وَتَقْوَى.
διὸ παραλαμβάνοντες βασιλείαν ἀσάλευτον ἔχωμεν χάριν δι᾽ ; ἧς λατρεύωμεν τῷ ; θεῷ εὐαρέστως μετὰ ; εὐλαβείας καὶ ; αἰδοῦς
اسْمَعُوا يَا إِخْوَتِي الأَحِبَّاءَ: أَمَا اخْتَارَ اللهُ فُقَرَاءَ هذَا الْعَالَمِ أَغْنِيَاءَ فِي الإِيمَانِ، وَوَرَثَةَ الْمَلَكُوتِ الَّذِي وَعَدَ بِهِ الَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
ἀκούσατε, ἀδελφοί ; μου ἀγαπητοί, οὐχ ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς τοὺς ; πτωχοὺς τοῦ; τούτου κόσμου πλουσίους ἐν πίστει καὶ ; κληρονόμους τῆς ; βασιλείας ἧς ἐπηγγείλατο τοῖς ἀγαπῶσιν ; αὐτόν;
لأَنَّهُ هكَذَا يُقَدَّمُ لَكُمْ بِسِعَةٍ دُخُولٌ إِلَى مَلَكُوتِ رَبِّنَا وَمُخَلِّصِنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ الأَبَدِيِّ.
γὰρ οὕτως ἐπιχορηγηθήσεται ὑμῖν πλουσίως ἡ ; εἴσοδος εἰς βασιλείαν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν καὶ ; σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ.¶ τὴν ; αἰώνιον
أَنَا يُوحَنَّا أَخُوكُمْ وَشَرِيكُكُمْ فِي الضِّيقَةِ وَفِي مَلَكُوتِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ وَصَبْرِهِ. كُنْتُ فِي الْجَزِيرَةِ الَّتِي تُدْعَى بَطْمُسَ مِنْ أَجْلِ كَلِمَةِ اللهِ، وَمِنْ أَجْلِ شَهَادَةِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
Ἐγὼ Ἰωάννης, ὁ ; καὶ ; ἀδελφὸς ; ὑμῶν καὶ ; συγκοινωνὸς ἐν τῇ ; θλίψει καὶ ; ἐν τῇ ; βασιλείᾳ Ἰησοῦ Χριστῷ, καὶ ; ὑπομονῇ ἐγενόμην ἐν τῇ ; νήσῳ τῇ ; καλουμένῃ Πάτμῳ διὰ τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; διὰ τὴν ; μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
ثُمَّ بَوَّقَ الْمَلاَكُ السَّابِعُ، فَحَدَثَتْ أَصْوَاتٌ عَظِيمَةٌ فِي السَّمَاءِ قَائِلَةً: قَدْ صَارَتْ مَمَالِكُ الْعَالَمِ لِرَبِّنَا وَمَسِيحِهِ، فَسَيَمْلِكُ إِلَى أَبَدِ الآبِدِينَ.
Καὶ ἐσάλπισεν, ὁ ; ἄγγελος ἕβδομος καὶ ; ἐγένοντο φωναὶ μεγάλαι ἐν τῷ ; οὐρανῷ λέγουσαι ἐγένοντο αἱ; βασιλεῖαι τοῦ ; κόσμου τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν καὶ ; τοῦ ; χριστοῦ ; αὐτοῦ, καὶ ; βασιλεύσει εἰς τοὺς ; αἰῶνας τῶν ; αἰώνων.¶
وَسَمِعْتُ صَوْتًا عَظِيمًا قَائِلاً فِي السَّمَاءِ: الآنَ صَارَ خَلاَصُ إِلهِنَا وَقُدْرَتُهُ وَمُلْكُهُ وَسُلْطَانُ مَسِيحِهِ، لأَنَّهُ قَدْ طُرِحَ الْمُشْتَكِي عَلَى إِخْوَتِنَا، الَّذِي كَانَ يَشْتَكِي عَلَيْهِمْ أَمَامَ إِلهِنَا نَهَارًا وَلَيْلاً.
καὶ ; ἤκουσα φωνὴν μεγάλην λέγουσαν· ἐν τῷ ; οὐρανῷ ἄρτι ἐγένετο ἡ ; σωτηρία τοῦ ; θεοῦ ; ἡμῶν, καὶ ; ἡ ; δύναμις καὶ ; ἡ ; βασιλεία καὶ ; ἡ ; ἐξουσία τοῦ ; χριστοῦ ; αὐτοῦ, ὅτι κατἐβλήθη ὁ ; κατήγορος τῶν ἀδελφῶν ; ἡμῶν ὁ κατηγορῶν αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ ; ἡμῶν ἡμέρας καὶ ; νυκτός.
وَالْعَشَرَةُ الْقُرُونِ الَّتِي رَأَيْتَ هِيَ عَشَرَةُ مُلُوكٍ لَمْ يَأْخُذُوا مُلْكًا لكِنَّهُمْ يَأْخُذُونَ سُلْطَانَهُمْ كَمُلُوكٍ سَاعَةً وَاحِدَةً مَعَ الْوَحْشِ.
καὶ ; τὰ ; δέκα κέρατα ἃ εἶδες, εἰσιν, δέκα βασιλεῖς οἵτινες ; οὔπω ἔλαβον βασιλείαν ἀλλ᾽ λαμβάνουσιν ἐξουσίαν ὡς ; βασιλεῖς ὥραν μίαν μετὰ τοῦ ; θηρίου.
وَالْمَرْأَةُ الَّتِي رَأَيْتَ هِيَ الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ الَّتِي لَهَا مُلْكٌ عَلَى مُلُوكِ الأَرْضِ.
καὶ ; ἡ ; γυνὴ ἣν εἶδες, ἔστιν ἡ ; πόλις ἡ ; μεγάλη ἡ ἔχουσα βασιλείαν ἐπὶ τῶν ; βασιλέων τῆς ; γῆς.¶