ك
إصحاح
G5184
G5185. typhlós
G5186
المعنى المختصر للكلمة
typhlós: opaque (as if smoky), i.e. (by analogy) blind (physically or mentally)
اللفظ الأصلي τυφλός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق typhlós (toof-los)
تكرار الورود في الكتاب 49 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

opaque (as if smoky), i.e. (by analogy) blind (physically or mentally)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
blind

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τυφλὸς (12×) τυφλοὶ (5×) τυφλὸν (4×) τοῦ ; τυφλοῦ (3×) τὸν ; τυφλὸν (2×) τυφλῶν, (2×) τυφλός (2×) καὶ ; τυφλοὺς (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (49 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْبَيْتِ تَقَدَّمَ إِلَيْهِ الأَعْمَيَانِ، فَقَالَ لَهُمَا يَسُوعُ: أَتُؤْمِنَانِ أَنِّي أَقْدِرُ أَنْ أَفْعَلَ هذَا. قَالاَ لَهُ: نَعَمْ، يَا سَيِّدُ..
δὲ ἐλθόντι εἰς τὴν ; οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ ; τυφλοί, καὶ ; λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· πιστεύετε ὅτι δύναμαι ποιῆσαι; τοῦτο λέγουσιν αὐτῷ· ναὶ κύριε.
اَلْعُمْيُ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجُ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصُ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمُّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينُ يُبَشَّرُونَ.
τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, καὶ ; χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, καὶ ; κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, καὶ ; πτωχοὶ εὐαγγελίζονται·
متى 12: 22 Mat.12.22
حِينَئِذٍ أُحْضِرَ إِلَيْهِ مَجْنُونٌ أَعْمَى وَأَخْرَسُ فَشَفَاهُ، حَتَّى إِنَّ الأَعْمَى الأَخْرَسَ تَكَلَّمَ وَأَبْصَرَ.
Τότε προσηνέχθη αὐτῷ δαιμονιζόμενος τυφλὸς καὶ ; κωφός, καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτὸν ὥστε τὸν ; τυφλὸν καὶ ; κωφὸν καὶ ; λαλεῖν καὶ ; βλέπειν.
متى 12: 22 Mat.12.22
حِينَئِذٍ أُحْضِرَ إِلَيْهِ مَجْنُونٌ أَعْمَى وَأَخْرَسُ فَشَفَاهُ، حَتَّى إِنَّ الأَعْمَى الأَخْرَسَ تَكَلَّمَ وَأَبْصَرَ.
Τότε προσηνέχθη αὐτῷ δαιμονιζόμενος τυφλὸς καὶ ; κωφός, καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτὸν ὥστε τὸν ; τυφλὸν καὶ ; κωφὸν καὶ ; λαλεῖν καὶ ; βλέπειν.
متى 15: 14 Mat.15.14
اُتْرُكُوهُمْ. هُمْ عُمْيَانٌ قَادَةُ عُمْيَانٍ. وَإِنْ كَانَ أَعْمَى يَقُودُ أَعْمَى يَسْقُطَانِ كِلاَهُمَا فِي حُفْرَةٍ.
ἄφετε ; αὐτούς· εἰσιν τυφλοί ὁδηγοί τυφλῶν. δὲ ; ἐὰν τυφλὸς ὁδηγῇ, τυφλὸν πεσοῦνται. ἀμφότεροι εἰς βόθυνον
متى 15: 14 Mat.15.14
اُتْرُكُوهُمْ. هُمْ عُمْيَانٌ قَادَةُ عُمْيَانٍ. وَإِنْ كَانَ أَعْمَى يَقُودُ أَعْمَى يَسْقُطَانِ كِلاَهُمَا فِي حُفْرَةٍ.
ἄφετε ; αὐτούς· εἰσιν τυφλοί ὁδηγοί τυφλῶν. δὲ ; ἐὰν τυφλὸς ὁδηγῇ, τυφλὸν πεσοῦνται. ἀμφότεροι εἰς βόθυνον
متى 15: 14 Mat.15.14
اُتْرُكُوهُمْ. هُمْ عُمْيَانٌ قَادَةُ عُمْيَانٍ. وَإِنْ كَانَ أَعْمَى يَقُودُ أَعْمَى يَسْقُطَانِ كِلاَهُمَا فِي حُفْرَةٍ.
ἄφετε ; αὐτούς· εἰσιν τυφλοί ὁδηγοί τυφλῶν. δὲ ; ἐὰν τυφλὸς ὁδηγῇ, τυφλὸν πεσοῦνται. ἀμφότεροι εἰς βόθυνον
متى 15: 14 Mat.15.14
اُتْرُكُوهُمْ. هُمْ عُمْيَانٌ قَادَةُ عُمْيَانٍ. وَإِنْ كَانَ أَعْمَى يَقُودُ أَعْمَى يَسْقُطَانِ كِلاَهُمَا فِي حُفْرَةٍ.
ἄφετε ; αὐτούς· εἰσιν τυφλοί ὁδηγοί τυφλῶν. δὲ ; ἐὰν τυφλὸς ὁδηγῇ, τυφλὸν πεσοῦνται. ἀμφότεροι εἰς βόθυνον
متى 15: 30 Mat.15.30
فَجَاءَ إِلَيْهِ جُمُوعٌ كَثِيرَةٌ، مَعَهُمْ عُرْجٌ وَعُمْيٌ وَخُرْسٌ وَشُلٌّ وَآخَرُونَ كَثِيرُونَ، وَطَرَحُوهُمْ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ. فَشَفَاهُمْ
καὶ ; προσῆλθον αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἔχοντες ; μεθ᾽ ; ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κυλλούς, καὶ ; ἑτέρους πολλοὺς αὐτοὺς ; ἔρριψαν ; καὶ παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ; Ἰησοῦ· καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτοὺς
متى 15: 31 Mat.15.31
حَتَّى تَعَجَّبَ الْجُمُوعُ إِذْ رَأَوْا الْخُرْسَ يَتَكَلَّمُونَ، وَالشُّلَّ يَصِحُّونَ، وَالْعُرْجَ يَمْشُونَ، وَالْعُمْيَ يُبْصِرُونَ. وَمَجَّدُوا إِلهَ إِسْرَائِيلَ.
ὥστε θαυμάσαι τοὺς; ὄχλους βλέποντας κωφοὺς λαλοῦντας, κυλλοὺς ὑγιεῖς, χωλοὺς περιπατοῦντας, καὶ ; τυφλοὺς βλέποντας. ἐδόξασαν ; καὶ τὸν ; θεὸν Ἰσραήλ.¶
متى 21: 14 Mat.21.14
وَتَقَدَّمَ إِلَيْهِ عُمْيٌ وَعُرْجٌ فِي الْهَيْكَلِ فَشَفَاهُمْ.
καὶ ; προσῆλθον αὐτῷ τυφλοὶ καὶ ; χωλοὶ ἐν τῷ ; ἱερῷ, καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτούς.
متى 23: 16 Mat.23.16
وَيْلٌ لَكُمْ أَيُّهَا الْقَادَةُ الْعُمْيَانُ. الْقَائِلُونَ: مَنْ حَلَفَ بِالْهَيْكَلِ فَلَيْسَ بِشَيْءٍ، وَلكِنْ مَنْ حَلَفَ بِذَهَب الْهَيْكَلِ يَلْتَزِمُ.
Οὐαὶ ὑμῖν, ὁδηγοὶ τυφλοὶ οἱ ; λέγοντες· ὃς ; ἂν ὀμόσῃ ἐν ; τῷ ; ναῷ, οὐδέν ; ἐστιν· δ᾽ ὃς ; ἂν ὀμόσῃ ἐν ; τῷ ; χρυσῷ τοῦ ; ναοῦ, ὀφείλει.
متى 23: 17 Mat.23.17
أَيُّهَا الْجُهَّالُ وَالْعُمْيَانُ. أَيُّمَا أَعْظَمُ: أَلذَّهَبُ أَمِ الْهَيْكَلُ الَّذِي يُقَدِّسُ الذَّهَبَ.
μωροὶ καὶ ; τυφλοί, τίς ; γὰρ μείζων ; ἐστίν, ὁ ; χρυσὸς ἢ ὁ ; ναὸς ὁ ἁγιάζων τὸν ; χρυσόν;
متى 23: 19 Mat.23.19
أَيُّهَا الْجُهَّالُ وَالْعُمْيَانُ. أَيُّمَا أَعْظَمُ: أَلْقُرْبَانُ أَمِ الْمَذْبَحُ الَّذِي يُقَدِّسُ الْقُرْبَانَ.
μωροὶ καὶ ; τυφλοί, τί ; γὰρ μεῖζον, τὸ ; δῶρον ἢ τὸ ; θυσιαστήριον τὸ ἁγιάζον τὸ ; δῶρον;
متى 23: 24 Mat.23.24
أَيُّهَا الْقَادَةُ الْعُمْيَانُ. الَّذِينَ يُصَفُّونَ عَنِ الْبَعُوضَةِ وَيَبْلَعُونَ الْجَمَلَ.
ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ διϋλίζοντες τὸν ; κώνωπα, δὲ ; καταπίνοντες.¶ τὴν ; κάμηλον
متى 23: 26 Mat.23.26
أَيُّهَا الْفَرِّيسِيُّ الأَعْمَى. نَقِّ أَوَّلاً دَاخِلَ الْكَأْسِ وَالصَّحْفَةِ لِكَيْ يَكُونَ خَارِجُهُمَا أَيْضًا نَقِيًّا.
Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τὸ ; ἐντὸς τοῦ ; ποτηρίου καὶ ; τῆς ; παροψίδος ἵνα γένηται τὸ ; ἐκτὸς ; αὐτῶν καὶ καθαρόν.¶
وَجَاءَ إِلَى بَيْتِ صَيْدَا، فَقَدَّمُوا إِلَيْهِ أَعْمَى وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسَهُ،
Καὶ ; ἔρχεται εἰς Βηθσαϊδάν, καὶ ; φέρουσιν αὐτῷ τυφλὸν καὶ ; παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα αὐτοῦ ; ἅψηται.
فَأَخَذَ بِيَدِ الأَعْمَى وَأَخْرَجَهُ إِلَى خَارِجِ الْقَرْيَةِ، وَتَفَلَ فِي عَيْنَيْهِ، وَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِ وَسَأَلَهُ: هَلْ أَبْصَرَ شَيْئًا.
καὶ ; ἐπιλαβόμενος χειρὸς ; τῆς τοῦ ; τυφλοῦ ἐξήγαγεν; αὐτὸν ἔξω τῆς ; κώμης, καὶ ; πτύσας εἰς τὰ ; ὄμματα ; αὐτοῦ, ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας αὐτῷ ἐπηρώτα ; αὐτόν· εἴ βλέπει τι
وَجَاءُوا إِلَى أَرِيحَا. وَفِيمَا هُوَ خَارِجٌ مِنْ أَرِيحَا مَعَ تَلاَمِيذِهِ وَجَمْعٍ غَفِيرٍ، كَانَ بَارْتِيمَاوُسُ الأَعْمَى ابْنُ تِيمَاوُسَ جَالِسًا عَلَى الطَّرِيقِ يَسْتَعْطِي.
Καὶ ; ἔρχονται εἰς Ἰεριχώ. καὶ ; ἐκπορευομένου ; αὐτοῦ ἀπὸ Ἰεριχὼ καὶ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; ὄχλου ἱκανοῦ Βαρτιμαῖος, ὁ ; τυφλὸς ὁ ; υἱὸς Τιμαίου ἐκάθητο παρὰ τὴν ; ὁδόν. προσαιτῶν
فَوَقَفَ يَسُوعُ وَأَمَرَ أَنْ يُنَادَى. فَنَادَوُا الأَعْمَى قَائِلِينَ لَهُ: ثِقْ. قُمْ. هُوَذَا يُنَادِيكَ.
καὶ ; στὰς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· φωνηθῆναι; αὐτόν. καὶ ; φωνοῦσιν τὸν ; τυφλὸν λέγοντες αὐτῷ· θάρσει, ἔγειραι φωνεῖ ; σε.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: مَاذَا تُرِيدُ أَنْ أَفْعَلَ بِكَ. فَقَالَ لَهُ الأَعْمَى: يَا سَيِّدِي، أَنْ أُبْصِرَ..
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς λέγει αὐτῷ τί θέλεις ποιήσω; σοι ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· τυφλὸς ραββουνι, ἵνα ἀναβλέψω.
رُوحُ الرَّبِّ عَلَيَّ، لأَنَّهُ مَسَحَنِي لأُبَشِّرَ الْمَسَاكِينَ، أَرْسَلَنِي لأَشْفِيَ الْمُنْكَسِرِي الْقُلُوبِ، لأُنَادِيَ لِلْمَأْسُورِينَ بِالإِطْلاَقِ ولِلْعُمْيِ بِالْبَصَرِ، وَأُرْسِلَ الْمُنْسَحِقِينَ فِي الْحُرِّيَّةِ،
πνεῦμα κυρίου ἐπ᾽ ; ἐμέ, οὗ ; εἵνεκεν ἔχρισέν ; με εὐαγγελίζεσθαι πτωχοῖς, ἀπέσταλκέν ; με ἰὰσασθαι τοὺς ; συντετριμμένους τὴν ; καρδίαν κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ ; τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει,
وَضَرَبَ لَهُمْ مَثَلاً: هَلْ يَقْدِرُ أَعْمَى أَنْ يَقُودَ أَعْمَى. أَمَا يَسْقُطُ الاثْنَانِ فِي حُفْرَةٍ.
εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς· παραβολὴν μήτι δύναται τυφλὸς ὁδηγεῖν; τυφλὸν οὐχὶ πεσοῦνται ἀμφότεροι εἰς βόθυνον
وَضَرَبَ لَهُمْ مَثَلاً: هَلْ يَقْدِرُ أَعْمَى أَنْ يَقُودَ أَعْمَى. أَمَا يَسْقُطُ الاثْنَانِ فِي حُفْرَةٍ.
εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς· παραβολὴν μήτι δύναται τυφλὸς ὁδηγεῖν; τυφλὸν οὐχὶ πεσοῦνται ἀμφότεροι εἰς βόθυνον
وَفِي تِلْكَ السَّاعَةِ شَفَى كَثِيرِينَ مِنْ أَمْرَاضٍ وَأَدْوَاءٍ وَأَرْوَاحٍ شِرِّيرَةٍ، وَوَهَبَ الْبَصَرَ لِعُمْيَانٍ كَثِيرِينَ.
ἐν αὐτῇ; δὲ τῇ ; ὥρᾳ ἐθεράπευσεν πολλοὺς ἀπὸ νόσων καὶ ; μαστίγων καὶ ; πνευμάτων πονηρῶν καὶ ; ἐχαρίσατο τὸ ; βλέπειν. τυφλοῖς πολλοῖς
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُماَ: اذْهَبَا وَأَخْبِرَا يُوحَنَّا بِمَا رَأَيْتُمَا وَسَمِعْتُمَا: إِنَّ الْعُمْيَ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجَ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصَ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمَّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينَ يُبَشَّرُونَ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ εἴδετε καὶ ; ἠκούσατε· ὅτι τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, πτωχοὶ εὐαγγελίζονται,
بَلْ إِذَا صَنَعْتَ ضِيَافَةً فَادْعُ: الْمَسَاكِينَ، الْجُدْعَ، الْعُرْجَ، الْعُمْيَ،
ἀλλ᾽ ὅταν ποιῇς, δοχὴν κάλει πτωχούς, ἀναπείρους, χωλούς, τυφλούς.
فَأَتَى ذلِكَ الْعَبْدُ وَأَخْبَرَ سَيِّدَهُ بِذلِكَ. حِينَئِذٍ غَضِبَ رَبُّ الْبَيْتِ، وَقَالَ لِعَبْدِهِ: اخْرُجْ عَاجِلاً إِلَى شَوَارِعِ الْمَدِينَةِ وَأَزِقَّتِهَا، وَأَدْخِلْ إِلَى هُنَا الْمَسَاكِينَ وَالْجُدْعَ وَالْعُرْجَ وَالْعُمْيَ.
καὶ ; παραγενόμενος ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἀπήγγειλεν τῷ ; κυρίῳ ; αὐτοῦ ταῦτα.¶ Τότε ὀργισθεὶς ὁ ; οἰκοδεσπότης εἶπεν τῷ ; δούλῳ ; αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς ; πλατείας τῆς ; πόλεως, καὶ ; ῥύμας καὶ ; εἰσάγαγε ὧδε. τοὺς ; πτωχοὺς καὶ ; ἀναπείρους καὶ ; χωλοὺς καὶ ; τυφλοὺς
وَلَمَّا اقْتَرَبَ مِنْ أَرِيحَا كَانَ أَعْمَى جَالِسًا علَى الطَّرِيقِ يَسْتَعْطِي.
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν τῷ ; ἐγγίζειν ; αὐτὸν εἰς Ἰεριχὼ τις τυφλός ἐκάθητο παρὰ τὴν ; ὁδὸν προσαιτῶν
فِي هذِهِ كَانَ مُضْطَجِعًا جُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنْ مَرْضَى وَعُمْيٍ وَعُرْجٍ وَعُسْمٍ، يَتَوَقَّعُونَ تَحْرِيكَ الْمَاءِ.
ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν ἐκδεχομένων τὴν ; κίνησιν. τοῦ ; ὕδατος