ك
إصحاح
G4686
G4687. speírō
G4688
المعنى المختصر للكلمة
speírō: to scatter, i.e. sow (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي σπείρω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق speírō (spi-ro)
تكرار الورود في الكتاب 51 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to scatter, i.e. sow (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
sow(- er) receive seed

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

σπείρεται (6×) ὁ ; σπείρων (5×) σπείρων (4×) ὁ ; δὲ ; σπαρείς, (2×) ἔσπειρας (2×) σπείρουσιν (2×) σπείρεις, (2×) ὁ ; σπαρείς. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (51 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
خَرَجَ الزَّارِعُ لِيَزْرَعَ زَرْعَهُ. وَفِيمَا هُوَ يَزْرَعُ سَقَطَ بَعْضٌ عَلَى الطَّرِيقِ، فَانْدَاسَ وَأَكَلَتْهُ طُيُورُ السَّمَاءِ.
ἐξῆλθεν ὁ ; σπείρων τοῦ ; σπεῖραι τὸν ; σπόρον ; αὐτοῦ· καὶ ; ἐν τῷ ; σπείρειν ; αὐτὸν ἔπεσεν ὃ παρὰ τὴν ; ὁδὸν καὶ ; κατεπατήθη, καὶ ; κατέφαγεν ; αὐτό. τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ
تَأَمَّلُوا الْغِرْبَانَ: أَنَّهَا لاَ تَزْرَعُ وَلاَ تَحْصُدُ، وَلَيْسَ لَهَا مَخْدَعٌ وَلاَ مَخْزَنٌ، وَاللهُ يُقِيتُهَا. كَمْ أَنْتُمْ بِالْحَرِيِّ أَفْضَلُ مِنَ الطُّيُورِ.
κατανοήσατε τοὺς ; κόρακας ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐκ ; ἔστιν οἷς ἔστιν ; ταμεῖον οὐδὲ ἀποθήκη, καὶ ; ὁ ; θεὸς τρέφει ; αὐτούς· πόσῳ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε τῶν πετεινῶν;
لأَنِّي كُنْتُ أَخَافُ مِنْكَ، إِذْ أَنْتَ إِنْسَانٌ صَارِمٌ، تَأْخُذُ مَا لَمْ تَضَعْ وَتَحْصُدُ مَا لَمْ تَزْرَعْ.
ἐφοβούμην ; γάρ σε, ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρὸς ; εἶ· αἴρεις ὃ οὐκ ἔθηκας καὶ ; θερίζεις ὃ οὐκ ἔσπειρας.¶
فَقَالَ لَهُ: مِنْ فَمِكَ أَدِينُكَ أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ. عَرَفْتَ أَنِّي إِنْسَانٌ صَارِمٌ، آخُذُ مَا لَمْ أَضَعْ، وَأَحْصُدُ مَا لَمْ أَزْرَعْ،
Λέγει ; δὲ αὐτῷ· ἐκ τοῦ ; στόματός ; σου κρινῶ ; σε, δοῦλε. πονηρὲ ᾔδεις ὅτι ; ἐγὼ ἄνθρωπος αὐστηρός ; εἰμι αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα καὶ ; θερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα·
وَالْحَاصِدُ يَأْخُذُ أُجْرَةً وَيَجْمَعُ ثَمَرًا لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ، لِكَيْ يَفْرَحَ الزَّارِعُ وَالْحَاصِدُ مَعًا.
καὶ ; ὁ ; θερίζων λαμβάνει μισθὸν καὶ ; συνάγει καρπὸν εἰς ; ζωὴν αἰώνιον, ἵνα χαίρῃ καὶ ; ὁ ; σπείρων καὶ ; ὁ ; θερίζων. ὁμοῦ
لأَنَّهُ فِي هذَا يَصْدُقُ الْقَوْلُ: إِنَّ وَاحِدًا يَزْرَعُ وَآخَرَ يَحْصُدُ.
γὰρ ἐν τούτῳ ἐστὶν ; ὁ ; ἀληθινός, ὁ ; λόγος ὅτι ἄλλος ἐστὶν ; ὁ ; σπείρων καὶ ; ἄλλος ὁ ; θερίζων.
إِنْ كُنَّا نَحْنُ قَدْ زَرَعْنَا لَكُمُ الرُّوحِيَّاتِ، أَفَعَظِيمٌ إِنْ حَصَدْنَا مِنْكُمُ الْجَسَدِيَّاتِ.
εἰ ἡμεῖς ἐσπείραμεν, ὑμῖν τὰ ; πνευματικὰ μέγα εἰ ἡμεῖς ; θερίσομεν; ὑμῶν τὰ ; σαρκικὰ
يَا غَبِيُّ. الَّذِي تَزْرَعُهُ لاَ يُحْيَا إِنْ لَمْ يَمُتْ.
ἄφρων, ; σὺ ὃ σπείρεις, οὐ ζῳοποιεῖται ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ·
وَالَّذِي تَزْرَعُهُ، لَسْتَ تَزْرَعُ الْجِسْمَ الَّذِي سَوْفَ يَصِيرُ، بَلْ حَبَّةً مُجَرَّدَةً، رُبَّمَا مِنْ حِنْطَةٍ أَوْ أَحَدِ الْبَوَاقِي.
καὶ ; ὃ σπείρεις, οὐ σπείρεις τὸ ; σῶμα τὸ γενησόμενον ἀλλὰ κόκκον, γυμνὸν τύχοι, σίτου ἤ τινος τῶν ; λοιπῶν·
وَالَّذِي تَزْرَعُهُ، لَسْتَ تَزْرَعُ الْجِسْمَ الَّذِي سَوْفَ يَصِيرُ، بَلْ حَبَّةً مُجَرَّدَةً، رُبَّمَا مِنْ حِنْطَةٍ أَوْ أَحَدِ الْبَوَاقِي.
καὶ ; ὃ σπείρεις, οὐ σπείρεις τὸ ; σῶμα τὸ γενησόμενον ἀλλὰ κόκκον, γυμνὸν τύχοι, σίτου ἤ τινος τῶν ; λοιπῶν·
هكَذَا أَيْضًا قِيَامَةُ الأَمْوَاتِ: يُزْرَعُ فِي فَسَادٍ وَيُقَامُ فِي عَدَمِ فَسَادٍ.
Οὕτως καὶ ἀνάστασις τῶν ; νεκρῶν. σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ·
يُزْرَعُ فِي هَوَانٍ وَيُقَامُ فِي مَجْدٍ. يُزْرَعُ فِي ضَعْفٍ وَيُقَامُ فِي قُوَّةٍ.
σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει·
يُزْرَعُ فِي هَوَانٍ وَيُقَامُ فِي مَجْدٍ. يُزْرَعُ فِي ضَعْفٍ وَيُقَامُ فِي قُوَّةٍ.
σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει·
يُزْرَعُ جِسْمًا حَيَوَانِيًّا وَيُقَامُ جِسْمًا رُوحَانِيًّا. يُوجَدُ جِسْمٌ حَيَوَانِيٌّ وَيُوجَدُ جِسْمٌ رُوحَانِيٌّ.
σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστιν σῶμα ψυχικόν, ἔστιν ; καὶ σῶμα πνευματικόν.
هذَا وَإِنَّ مَنْ يَزْرَعُ بِالشُّحِّ فَبِالشُّحِّ أَيْضًا يَحْصُدُ، وَمَنْ يَزْرَعُ بِالْبَرَكَاتِ فَبِالْبَرَكَاتِ أَيْضًا يَحْصُدُ.
τοῦτο ; δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ; ὁ σπείρων ἐπ᾽ ; εὐλογίαις ἐπ᾽ ; εὐλογίαις καὶ θερίσει.
هذَا وَإِنَّ مَنْ يَزْرَعُ بِالشُّحِّ فَبِالشُّحِّ أَيْضًا يَحْصُدُ، وَمَنْ يَزْرَعُ بِالْبَرَكَاتِ فَبِالْبَرَكَاتِ أَيْضًا يَحْصُدُ.
τοῦτο ; δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ; ὁ σπείρων ἐπ᾽ ; εὐλογίαις ἐπ᾽ ; εὐλογίαις καὶ θερίσει.
وَالَّذِي يُقَدِّمُ لِلزَّارِعِ وَخُبْزًا لِلأَكْلِ، سَيُقَدِّمُ وَيُكَثِّرُ بِذَارَكُمْ وَيُنْمِي غَّلاَتِ بِرِّكُمْ.
ὁ ; δὲ ἐπιχορηγῶν τῷ ; σπείροντι καὶ ; ἄρτον εἰς ; βρῶσιν χορηγήσαι καὶ ; πληθύναι τὸν ; σπόρον ; ὑμῶν καὶ ; αὐξήσαι τὰ ; γεννήματα τῆς ; δικαιοσύνης ; ὑμῶν.
لاَ تَضِلُّوا. اَللهُ لاَ يُشْمَخُ عَلَيْهِ. فَإِنَّ الَّذِي يَزْرَعُهُ الإِنْسَانُ إِيَّاهُ يَحْصُدُ أَيْضًا.
μὴ πλανᾶσθε, θεὸς οὐ μυκτηρίζεται· γὰρ ὃ ; ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο θερίσει· καὶ
لأَنَّ مَنْ يَزْرَعُ لِجَسَدِهِ فَمِنَ الْجَسَدِ يَحْصُدُ فَسَادًا، وَمَنْ يَزْرَعُ لِلرُّوحِ فَمِنَ الرُّوحِ يَحْصُدُ حَيَاةً أَبَدِيَّةً.
ὅτι ὁ σπείρων εἰς ; τὴν ; σάρκα ; ἑαυτοῦ ἐκ τῆς ; σαρκὸς θερίσει φθοράν, ὁ ; δὲ σπείρων εἰς ; τὸ ; πνεῦμα ἐκ τοῦ ; πνεύματος θερίσει ζωὴν αἰώνιον.
لأَنَّ مَنْ يَزْرَعُ لِجَسَدِهِ فَمِنَ الْجَسَدِ يَحْصُدُ فَسَادًا، وَمَنْ يَزْرَعُ لِلرُّوحِ فَمِنَ الرُّوحِ يَحْصُدُ حَيَاةً أَبَدِيَّةً.
ὅτι ὁ σπείρων εἰς ; τὴν ; σάρκα ; ἑαυτοῦ ἐκ τῆς ; σαρκὸς θερίσει φθοράν, ὁ ; δὲ σπείρων εἰς ; τὸ ; πνεῦμα ἐκ τοῦ ; πνεύματος θερίσει ζωὴν αἰώνιον.
وَثَمَرُ الْبِرِّ يُزْرَعُ فِي السَّلاَمِ مِنَ الَّذِينَ يَفْعَلُونَ السَّلاَمَ.
καρπὸς ; δὲ τῆς ; δικαιοσύνης σπείρεται ἐν εἰρήνῃ τοῖς ποιοῦσιν εἰρήνην.¶