ك
إصحاح
G4335
G4336. proseúchomai
G4337
المعنى المختصر للكلمة
proseúchomai: to pray to God, i.e. supplicate, worship
اللفظ الأصلي προσεύχομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق proseúchomai (pros-yoo-khom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 85 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to pray to God, i.e. supplicate, worship

الإنجليزية — KJV Translation Tags
pray (X earnestly, for) make prayer

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

προσευχόμενοι (6×) προσηύξατο (4×) προσεύχεσθε (4×) προσεύχεσθαι (4×) προσευχόμενος (4×) προσευχόμενοι, (4×) καὶ ; προσεύχεσθε (4×) καὶ ; προσευξάμενοι (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (85 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَكَذلِكَ الرُّوحُ أَيْضًا يُعِينُ ضَعَفَاتِنَا، لأَنَّنَا لَسْنَا نَعْلَمُ مَا نُصَلِّي لأَجْلِهِ كَمَا يَنْبَغِي. وَلكِنَّ الرُّوحَ نَفْسَهُ يَشْفَعُ فِينَا بِأَنَّاتٍ لاَ يُنْطَقُ بِهَا.
ὡσαύτως πνεῦμα ; τὸ καὶ συναντιλαμβάνεται ταῖς; ἀσθενείαις; ἡμῶν· γὰρ οὐκ οἴδαμεν, τί προσευξώμεθα καθὸ δεῖ ἀλλ᾽ τὸ ; πνεῦμα αὐτὸ ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ; ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις·
كُلُّ رَجُل يُصَلِّي أَوْ يَتَنَبَّأُ وَلَهُ عَلَى رَأْسِهِ شَيْءٌ، يَشِينُ رَأْسَهُ.
Πᾶς ἀνὴρ προσευχόμενος ἢ προφητεύων ἔχων κατὰ ; κεφαλῆς καταισχύνει τὴν ; κεφαλὴν ; αὐτοῦ.
وَأَمَّا كُلُّ امْرَأَةٍ تُصَلِّي أَوْ تَتَنَبَّأُ وَرَأْسُهَا غَيْرُ مُغُطَّى، فَتَشِينُ رَأْسَهَا، لأَنَّهَا وَالْمَحْلُوقَةَ شَيْءٌ وَاحِدٌ بِعَيْنِهِ.
δὲ πᾶσα γυνὴ προσευχομένη ἢ προφητεύουσα τῇ ; κεφαλῇ ἀκατακαλύπτῳ καταισχύνει τὴν ; κεφαλὴν ; αὐτὸ γάρ ; ἐστιν τῇ ; ἐξυρημένῃ. ἓν καὶ ; τὸ ; αὐτὸ
احْكُمُوا فِي أَنْفُسِكُمْ: هَلْ يَلِيقُ بِالْمَرْأَةِ أَنْ تُصَلِّيَ إِلَى اللهِ وَهِيَ غَيْرُ مُغَطَّاةٍ.
ὑμῖν ; κρίνατε· ἐν αὐτοῖς ἐστὶν πρέπον γυναῖκα προσεύχεσθαι; τῷ ; θεῷ ἀκατακάλυπτον
لِذلِكَ مَنْ يَتَكَلَّمُ بِلِسَانٍ فَلْيُصَلِّ لِكَيْ يُتَرْجِمَ.
Διόπερ ὁ λαλῶν γλώσσῃ προσευχέσθω ἵνα διερμηνεύῃ.
لأَنَّهُ إِنْ كُنْتُ أُصَلِّي بِلِسَانٍ، فَرُوحِي تُصَلِّي، وَأَمَّا ذِهْنِي فَهُوَ بِلاَ ثَمَرٍ.
γὰρ ἐὰν προσεύχωμαι γλώσσῃ, τὸ ; πνεῦμά ; μου προσεύχεται, δὲ ὁ ; νοῦς ἐστιν. ἄκαρπός
لأَنَّهُ إِنْ كُنْتُ أُصَلِّي بِلِسَانٍ، فَرُوحِي تُصَلِّي، وَأَمَّا ذِهْنِي فَهُوَ بِلاَ ثَمَرٍ.
γὰρ ἐὰν προσεύχωμαι γλώσσῃ, τὸ ; πνεῦμά ; μου προσεύχεται, δὲ ὁ ; νοῦς ἐστιν. ἄκαρπός
فَمَا هُوَ إِذًا. أُصَلِّي بِالرُّوحِ، وَأُصَلِّي بِالذِّهْنِ أَيْضًا. أُرَتِّلُ بِالرُّوحِ، وَأُرَتِّلُ بِالذِّهْنِ أَيْضًا.
τί ἐστιν; οὖν προσεύξομαι τῷ ; πνεύματι, προσεύξομαι τῷ ; νοΐ· καὶ ψαλῶ τῷ ; πνεύματι, ψαλῶ τῷ ; νοΐ. καὶ
فَمَا هُوَ إِذًا. أُصَلِّي بِالرُّوحِ، وَأُصَلِّي بِالذِّهْنِ أَيْضًا. أُرَتِّلُ بِالرُّوحِ، وَأُرَتِّلُ بِالذِّهْنِ أَيْضًا.
τί ἐστιν; οὖν προσεύξομαι τῷ ; πνεύματι, προσεύξομαι τῷ ; νοΐ· καὶ ψαλῶ τῷ ; πνεύματι, ψαλῶ τῷ ; νοΐ. καὶ
مُصَلِّينَ بِكُلِّ صَلاَةٍ وَطِلْبَةٍ كُلَّ وَقْتٍ فِي الرُّوحِ، وَسَاهِرِينَ لِهذَا بِعَيْنِهِ بِكُلِّ مُواظَبَةٍ وَطِلْبَةٍ، لأَجْلِ جَمِيعِ الْقِدِّيسِينَ،
προσευχόμενοι διὰ ; πάσης προσευχῆς καὶ ; δεήσεως ἐν ; παντὶ καιρῷ ἐν πνεύματι καὶ ; ἀγρυπνοῦντες εἰς ; τοῦτο αὐτὸ ἐν ; πάσῃ προσκαρτερήσει καὶ ; δεήσει περὶ πάντων τῶν ; ἁγίων
وَهذَا أُصَلِّيهِ: أَنْ تَزْدَادَ مَحَبَّتُكُمْ أَيْضًا أَكْثَرَ فَأَكْثَرَ فِي الْمَعْرِفَةِ وَفِي كُلِّ فَهْمٍ،
καὶ ; τοῦτο προσεύχομαι, ἵνα περισσεύῃ ἡ ; ἀγάπη ; ὑμῶν ἔτι μᾶλλον καὶ ; μᾶλλον ἐν ἐπιγνώσει καὶ πάσῃ αἰσθήσει
نَشْكُرُ اللهَ وَأَبَا رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ كُلَّ حِينٍ، مُصَلِّينَ لأَجْلِكُمْ،
Εὐχαριστοῦμεν τῷ ; θεῷ καὶ ; πατρὶ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πάντοτε προσευχόμενοι, περὶ ; ὑμῶν
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ نَحْنُ أَيْضًا، مُنْذُ يَوْمَ سَمِعْنَا، لَمْ نَزَلْ مُصَلِّينَ وَطَالِبِينَ لأَجْلِكُمْ أَنْ تَمْتَلِئُوا مِنْ مَعْرِفَةِ مَشِيئَتِهِ، فِي كُلِّ حِكْمَةٍ وَفَهْمٍ رُوحِيٍّ
Διὰ τοῦτο ἡμεῖς, καὶ ἀφ᾽ ἧς ; ἡμέρας ἠκούσαμεν, οὐ παυόμεθα προσευχόμενοι καὶ ; αἰτούμενοι ὑπὲρ ; ὑμῶν ἵνα πληρωθῆτε τὴν ; ἐπίγνωσιν τοῦ ; θελήματος ; αὐτοῦ ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ ; συνέσει πνευματικῇ
مُصَلِّينَ فِي ذلِكَ لأَجْلِنَا نَحْنُ أَيْضًا، لِيَفْتَحَ الرَّبُّ لَنَا بَابًا لِلْكَلاَمِ، لِنَتَكَلَّمَ بِسِرِّ الْمَسِيحِ، الَّذِي مِنْ أَجْلِهِ أَنَا مُوثَقٌ أَيْضًا،
προσευχόμενοι ἅμα περὶ ἡμῶν καὶ ἀνοίξῃ ὁ ; θεὸς ἡμῖν θύραν τοῦ ; λόγου λαλῆσαι τὸ ; μυστήριον τοῦ ; Χριστοῦ, ὃ δι᾽ δέδεμαι, καὶ
صَلُّوا بِلاَ انْقِطَاعٍ.
προσεύχεσθε· ἀδιαλείπτως
أَيُّهَا الإِخْوَةُ صَلُّوا لأَجْلِنَا.
Ἀδελφοί, προσεύχεσθε περὶ ; ἡμῶν.¶
الأَمْرُ الَّذِي لأَجْلِهِ نُصَلِّي أَيْضًا كُلَّ حِينٍ مِنْ جِهَتِكُمْ: أَنْ يُؤَهِّلَكُمْ إِلهُنَا لِلدَّعْوَةِ، وَيُكَمِّلَ كُلَّ مَسَرَّةِ الصَّلاَحِ وَعَمَلَ الإِيمَانِ بِقُوَّةٍ،
εἰς ; ὃ προσευχόμεθα καὶ πάντοτε περὶ ὑμῶν ἵνα ὑμᾶς ; ἀξιώσῃ ὁ ; θεὸς ; ἡμῶν τῆς ; κλήσεως καὶ ; πληρώσῃ πᾶσαν εὐδοκίαν ἀγαθωσύνης καὶ ; ἔργον πίστεως ἐν ; δυνάμει,
أَخِيرًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ صَلُّوا لأَجْلِنَا، لِكَيْ تَجْرِيَ كَلِمَةُ الرَّبِّ وَتَتَمَجَّدَ، كَمَا عِنْدَكُمْ أَيْضًا،
Τὸ ; λοιπόν, ἀδελφοί, προσεύχεσθε, περὶ ; ἡμῶν, ἵνα τρέχῃ ὁ ; λόγος τοῦ ; κυρίου καὶ ; δοξάζηται καθὼς πρὸς ; ὑμᾶς καὶ
فَأُرِيدُ أَنْ يُصَلِّيَ الرِّجَالُ فِي كُلِّ مَكَانٍ، رَافِعِينَ أَيَادِيَ طَاهِرَةً، بِدُونِ غَضَبٍ وَلاَ جِدَال.
Βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ; ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ ἐπαίροντας χεῖρας ὁσίους χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ·
صَلُّوا لأَجْلِنَا، لأَنَّنَا نَثِقُ أَنَّ لَنَا ضَمِيرًا صَالِحًا، رَاغِبِينَ أَنْ نَتَصَرَّفَ حَسَنًا فِي كُلِّ شَيْءٍ.
Προσεύχεσθε περὶ ; ἡμῶν· γὰρ πεποίθαμεν ὅτι ἔχομεν συνείδησιν καλὴν θέλοντες ἀναστρέφεσθαι. καλῶς ἐν πᾶσιν
أَعَلَى أَحَدٍ بَيْنَكُمْ مَشَقَّاتٌ. فَلْيُصَلِّ. أَمَسْرُورٌ أَحَدٌ. فَلْيُرَتِّلْ.
τις ἐν ; ὑμῖν; Κακοπαθεῖ προσευχέσθω· εὐθυμεῖ τις; ψαλλέτω.
أَمَرِيضٌ أَحَدٌ بَيْنَكُمْ. فَلْيَدْعُ شُيُوخَ الْكَنِيسَةِ فَيُصَلُّوا عَلَيْهِ وَيَدْهَنُوهُ بِزَيْتٍ بِاسْمِ الرَّبِّ،
ἀσθενεῖ τις ἐν ; ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς ; πρεσβυτέρους τῆς ; ἐκκλησίας καὶ ; προσευξάσθωσαν ἐπ᾽ ; αὐτὸν ἀλείψαντες ; αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; κυρίου.
كَانَ إِيلِيَّا إِنْسَانًا تَحْتَ الآلاَمِ مِثْلَنَا، وَصَلَّى صَلاَةً أَنْ لاَ تُمْطِرَ، فَلَمْ تُمْطِرْ عَلَى الأَرْضِ ثَلاَثَ سِنِينَ وَسِتَّةَ أَشْهُرٍ.
ἦν Ἠλίας ἄνθρωπος ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν καὶ ; προσηύξατο προσευχῇ μὴ βρέξαι· ; τοῦ καὶ ; οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς ; γῆς τρεῖς ἐνιαυτοὺς καὶ ; ἕξ· μῆνας
ثُمَّ صَلَّى أَيْضًا، فَأَعْطَتِ السَّمَاءُ مَطَرًا، وَأَخْرَجَتِ الأَرْضُ ثَمَرَهَا.
καὶ προσηύξατο πάλιν καὶ ; ἔδωκεν ὁ ; οὐρανὸς ὑετὸν καὶ ; ἐβλάστησεν ἡ ; γῆ τὸν ; καρπὸν ; αὐτῆς.¶
وَأَمَّا أَنْتُمْ أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ فَابْنُوا أَنْفُسَكُمْ عَلَى إِيمَانِكُمُ الأَقْدَسِ، مُصَلِّينَ فِي الرُّوحِ الْقُدُسِ،
δέ, ὑμεῖς ἀγαπητοί, ἐποικοδομοῦντες ἑαυτοὺς τῇ ὑμῶν ; πίστει, ἁγιωτάτῃ προσευχόμενοι, ἐν πνεύματι ἁγίῳ