ك
إصحاح
G4201
G4202. porneía
G4203
المعنى المختصر للكلمة
porneía: harlotry (including adultery and incest)
اللفظ الأصلي πορνεία
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق porneía (por-ni-ah)
تكرار الورود في الكتاب 19 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 harlotry (including adultery and incest)
2 figuratively, idolatry
الإنجليزية — KJV Translation Tags
fornication

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πορνεῖαι, (2×) πορνείας (2×) πορνεία, (2×) τῆς ; πορνείας· (1×) τῇ ; πορνείᾳ (1×) τὴν ; πορνείαν. (1×) τὰς ; πορνείας (1×) πορνείᾳ, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (19 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَمَّا أَنَا فَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ طَلَّقَ امْرَأَتَهُ إلاَّ لِعِلَّةِ الزِّنَى يَجْعَلُهَا تَزْنِي، وَمَنْ يَتَزَوَّجُ مُطَلَّقَةً فَإِنَّهُ يَزْنِي.
δὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς; ἂν ἀπολύσῃ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας ποιεῖ ; αὐτὴν μοιχᾶσθαι καὶ ; ὃς γαμήσῃ, ἀπολελυμένην μοιχᾶται.¶
متى 15: 19 Mat.15.19
لأَنْ مِنَ الْقَلْب تَخْرُجُ أَفْكَارٌ شِرِّيرَةٌ: قَتْلٌ، زِنىً، فِسْقٌ، سِرْقَةٌ، شَهَادَةُ زُورٍ، تَجْدِيفٌ.
γὰρ ἐκ τῆς ; καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι.
وَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ طَلَّقَ امْرَأَتَهُ إِلاَّ بِسَبَب الزِّنَا وَتَزَوَّجَ بِأُخْرَى يَزْنِي، وَالَّذِي يَتَزَوَّجُ بِمُطَلَّقَةٍ يَزْنِي.
Λέγω ; δὲ ὑμῖν· ὅτι ὃς ; ἂν ἀπολύσῃ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ εἰ ; μὴ ἐπὶ πορνείᾳ καὶ ; γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται. καὶ ; γαμήσας ὁ ; ἀπολελυμένην μοιχᾶται.¶
لأَنَّهُ مِنَ الدَّاخِلِ، مِنْ قُلُوبِ النَّاسِ، تَخْرُجُ الأَفْكَارُ الشِّرِّيرَةُ: زِنىً، فِسْقٌ، قَتْلٌ،
γὰρ ἐκ ἔσωθεν τῆς ; καρδίας τῶν ; ἀνθρώπων ἐκπορεύονται οἱ ; διαλογισμοὶ οἱ ; κακοὶ μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι,
أَنْتُمْ تَعْمَلُونَ أَعْمَالَ أَبِيكُمْ. فَقَالُوا لَهُ: إِنَّنَا لَمْ نُولَدْ مِنْ زِنًا. لَنَا أَبٌ وَاحِدٌ وَهُوَ اللهُ.
ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ; ἔργα τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν. εἶπαν ; οὖν αὐτῷ· ἡμεῖς οὐ γεγεννήμεθα· ἐκ πορνείας ἔχομεν πατέρα ἕνα τὸν θεόν.¶
بَلْ يُرْسَلْ إِلَيْهِمْ أَنْ يَمْتَنِعُوا عَنْ نَجَاسَاتِ الأَصْنَامِ، وَالزِّنَا، وَالْمَخْنُوقِ، وَالدَّمِ.
ἀλλ᾽ ἐπιστεῖλαι αὐτοῖς τοῦ ; ἀπέχεσθαι ἀπὸ τῶν ; ἀλισγημάτων τῶν ; εἰδώλων καὶ ; τῆς ; πορνείας καὶ ; τοῦ ; πνικτοῦ καὶ ; τοῦ ; αἵματος.
أَنْ تَمْتَنِعُوا عَمَّا ذُبحَ لِلأَصْنَامِ، وَعَنِ الدَّمِ، وَالْمَخْنُوقِ، وَالزِّنَا، الَّتِي إِنْ حَفِظْتُمْ أَنْفُسَكُمْ مِنْهَا فَنِعِمَّا تَفْعَلُونَ. كُونُوا مُعَافَيْنَ.
ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων καὶ αἵματος καὶ ; πνικτοῦ καὶ ; πορνείας· διατηροῦντες ἑαυτοὺς ἐξ ; ὧν εὖ πράξετε. ἔρρωσθε.¶
وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ الَّذِينَ آمَنُوا مِنَ الأُمَمِ، فَأَرْسَلْنَا نَحْنُ وَحَكَمْنَا أَنْ لاَ يَحْفَظُوا مِثْلَ ذلِكَ، سِوَى أَنْ يُحَافِظُوا عَلَى أَنْفُسِهِمْ مِمَّا ذُبحَ لِلأَصْنَامِ، وَمِنَ الدَّمِ، وَالْمَخْنُوقِ، وَالزِّنَا.
περὶ ; δὲ τῶν πεπιστευκότων ἐθνῶν ἐπεστείλαμεν ἡμεῖς κρίναντες μηδὲν τηρεῖν τοιοῦτον αὐτούς εἰ ; μὴ φυλάσσεσθαι αὐτοὺς τό τε ; εἰδωλόθυτον καὶ τὸ ; αἷμα καὶ ; πνικτὸν καὶ ; πορνείαν.¶
مَمْلُوئِينَ مِنْ كُلِّ إِثْمٍ وَزِنًا وَشَرّ وَطَمَعٍ وَخُبْثٍ، مَشْحُونِينَ حَسَدًا وَقَتْلاً وَخِصَامًا وَمَكْرًا وَسُوءًا،
πεπληρωμένους πάσῃ ἀδικίᾳ πορνείᾳ, πονηρίᾳ, πλεονεξίᾳ, κακίᾳ, μεστοὺς φθόνου, φόνου, ἔριδος, δόλου, κακοηθείας,
يُسْمَعُ مُطْلَقًا أَنَّ بَيْنَكُمْ زِنًى. وَزِنًى هَكَذَا لاَ يُسَمَّى بَيْنَ الأُمَمِ، حَتَّى أَنْ تَكُونَ لِلإِنْسَانِ امْرَأَةُ أَبِيهِ.
ἀκούεται Ὅλως ἐν ; ὑμῖν πορνεία, καὶ ; πορνεία τοιαύτη οὐδὲ ὀνομάζεται, ἐν τοῖς ; ἔθνεσιν ὥστε ἔχειν· τινα γυναῖκά τοῦ ; πατρὸς
يُسْمَعُ مُطْلَقًا أَنَّ بَيْنَكُمْ زِنًى. وَزِنًى هَكَذَا لاَ يُسَمَّى بَيْنَ الأُمَمِ، حَتَّى أَنْ تَكُونَ لِلإِنْسَانِ امْرَأَةُ أَبِيهِ.
ἀκούεται Ὅλως ἐν ; ὑμῖν πορνεία, καὶ ; πορνεία τοιαύτη οὐδὲ ὀνομάζεται, ἐν τοῖς ; ἔθνεσιν ὥστε ἔχειν· τινα γυναῖκά τοῦ ; πατρὸς
الأَطْعِمَةُ لِلْجَوْفِ وَالْجَوْفُ لِلأَطْعِمَةِ، وَاللهُ سَيُبِيدُ هذَا وَتِلْكَ. وَلكِنَّ الْجَسَدَ لَيْسَ لِلزِّنَا بَلْ لِلرَّبِّ، وَالرَّبُّ لِلْجَسَدِ.
τὰ ; βρώματα τῇ ; κοιλίᾳ καὶ ; ἡ ; κοιλία τοῖς ; βρώμασιν· ὁ ; δὲ ; θεὸς καταργήσει. ταύτην καὶ ; ταῦτα δὲ σῶμα οὐ τῇ ; πορνείᾳ ἀλλὰ τῷ ; κυρίῳ, καὶ ; ὁ ; κύριος τῷ ; σώματι·
اُهْرُبُوا مِنَ الزِّنَا. كُلُّ خَطِيَّةٍ يَفْعَلُهَا الإِنْسَانُ هِيَ خَارِجَةٌ عَنِ الْجَسَدِ، لكِنَّ الَّذِي يَزْنِي يُخْطِئُ إِلَى جَسَدِهِ.
Φεύγετε τὴν ; πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ; ἐὰν ; ποιήσῃ ἄνθρωπος, ἐστιν· ἐκτὸς τοῦ ; σώματός δὲ ὁ πορνεύων ἁμαρτάνει. εἰς τὸ ; ἴδιον ; σῶμα
وَلكِنْ لِسَبَبِ الزِّنَا، لِيَكُنْ لِكُلِّ وَاحِدٍ امْرَأَتُهُ، وَلْيَكُنْ لِكُلِّ وَاحِدَةٍ رَجُلُهَا.
δὲ διὰ τὰς ; πορνείας ἐχέτω, ἕκαστος τὴν ; ἑαυτοῦ ; γυναῖκα ἐχέτω. ἑκάστη τὸν ; ἴδιον ; ἄνδρα
أَنْ يُذِلَّنِي إِلهِي عِنْدَكُمْ، إِذَا جِئْتُ أَيْضًا وَأَنُوحُ عَلَى كَثِيرِينَ مِنَ الَّذِينَ أَخْطَأُوا مِنْ قَبْلُ وَلَمْ يَتُوبُوا عَنِ النَّجَاسَةِ وَالزِّنَا وَالْعَهَارَةِ الَّتِي فَعَلُوهَا.
μὴ ταπεινώσῃ ; με ὁ ; θεός ; μου πρὸς ; ὑμᾶς, ἐλθόντα πάλιν πενθήσω πολλοὺς τῶν προημαρτηκότων καὶ ; μὴ μετανοησάντων ἐπὶ τῇ ; ἀκαθαρσίᾳ καὶ ; πορνείᾳ καὶ ; ἀσελγείᾳ ᾗ ἔπραξαν.¶
وَأَعْمَالُ الْجَسَدِ ظَاهِرَةٌ، الَّتِي هِيَ: زِنىً عَهَارَةٌ نَجَاسَةٌ دَعَارَةٌ
δέ ; τὰ ; ἔργα τῆς ; σαρκὸς φανερὰ ; ἐστιν ἅτινά ἐστιν μοιχεία πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια,
وَأَمَّا الزِّنَا وَكُلُّ نَجَاسَةٍ أَوْ طَمَعٍ فَلاَ يُسَمَّ بَيْنَكُمْ كَمَا يَلِيقُ بِقِدِّيسِينَ،
δὲ Πορνεία καὶ ; πᾶσα ἀκαθαρσία ἢ πλεονεξία μηδὲ ὀνομαζέσθω ἐν ; ὑμῖν καθὼς πρέπει ἁγίοις
فَأَمِيتُوا أَعْضَاءَكُمُ الَّتِي عَلَى الأَرْضِ: الزِّنَا، النَّجَاسَةَ، الْهَوَى، الشَّهْوَةَ الرَّدِيَّةَ، الطَّمَعَ الَّذِي هُوَ عِبَادَةُ الأَوْثَانِ،
Νεκρώσατε ; οὖν τὰ ; μέλη ; ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς ; γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακὴν καὶ ; τὴν ; πλεονεξίαν ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία,
لأَنَّ هذِهِ هِيَ إِرَادَةُ اللهِ: قَدَاسَتُكُمْ. أَنْ تَمْتَنِعُوا عَنِ الزِّنَا،
γάρ τοῦτο ἐστιν θέλημα τοῦ ; θεοῦ, ὁ ; ἁγιασμὸς ; ὑμῶν, ἀπέχεσθαι ; ὑμᾶς ἀπὸ τῆς ; πορνείας·