ك
إصحاح
G4164
G4165. poimaínō
G4166
المعنى المختصر للكلمة
poimaínō: to tend as a shepherd of (figuratively, superviser)
اللفظ الأصلي ποιμαίνω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق poimaínō (poy-mah-ee-no)
تكرار الورود في الكتاب 8 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to tend as a shepherd of (figuratively, superviser)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
feed (cattle) rule

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ποιμαίνειν (2×) ὅστις ; ποιμανεῖ (1×) ποίμαινε (1×) ποιμάνατε (1×) ποιμαίνοντες· (1×) ποιμαίνοντα, (1×) ποιμαίνει (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (8 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَنْتِ يَا بَيْتَ لَحْمٍ، أَرْضَ يَهُوذَا لَسْتِ الصُّغْرَى بَيْنَ رُؤَسَاءِ يَهُوذَا، لأَنْ مِنْكِ يَخْرُجُ مُدَبِّرٌ يَرْعَى شَعْبِي إِسْرَائِيلَ.
καὶ ; σὺ βηθλέεμ γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη ; εἶ ἐν τοῖς ; ἡγεμόσιν Ἰούδα· γὰρ σοῦ ; ἐκ ἐξελεύσεται ἡγούμενος ὅστις ; ποιμανεῖ τὸν ; λαόν ; μου τὸν ; Ἰσραήλ.¶
وَمَنْ مِنْكُمْ لَهُ عَبْدٌ يَحْرُثُ أَوْ يَرْعَى، يَقُولُ لَهُ إِذَا دَخَلَ مِنَ الْحَقْلِ: تَقَدَّمْ سَرِيعًا وَاتَّكِئْ.
Τίς ; δὲ ἐξ ; ὑμῶν ἔχων δοῦλον ἀροτριῶντα ἢ ποιμαίνοντα, ἐρεῖ αὐτῷ· εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ; ἀγροῦ παρελθὼν εὐθέως ἀνάπεσαι
قَالَ لَهُ أَيْضًا ثَانِيَةً: يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، أَتُحِبُّنِي. قَالَ لَهُ: نَعَمْ يَا رَبُّ، أَنْتَ تَعْلَمُ أَنِّي أُحِبُّكَ. قَالَ لَهُ: ارْعَ غَنَمِي.
λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾷς ; με; λέγει αὐτῷ· ναὶ κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ ; σε. λέγει αὐτῷ· ποίμαινε τὰ ; πρόβατά ; μου.
اِحْتَرِزُوا اِذًا لأَنْفُسِكُمْ وَلِجَمِيعِ الرَّعِيَّةِ الَّتِي أَقَامَكُمُ الرُّوحُ الْقُدُسُ فِيهَا أَسَاقِفَةً، لِتَرْعَوْا كَنِيسَةَ اللهِ الَّتِي اقْتَنَاهَا بِدَمِهِ.
προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ ; παντὶ τῷ ; ποιμνίῳ, ᾧ ἔθετο τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐν ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ; ἐκκλησίαν τοῦ ; θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ ; τοῦ ; αἵματος ; ἰδίου.¶ ; τοῦ
مَنْ تَجَنَّدَ قَطُّ بِنَفَقَةِ نَفْسِهِ. وَمَنْ يَغْرِسُ كَرْمًا وَمِنْ ثَمَرِهِ لاَ يَأْكُلُ. أَوْ مَنْ يَرْعَى رَعِيَّةً وَمِنْ لَبَنِ الرَّعِيَّةِ لاَ يَأْكُلُ.
τίς στρατεύεται ποτέ; ὀψωνίοις ἰδίοις τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ; ἐκ τοῦ; καρποῦ; αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; ἢ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ; ἐκ τοῦ ; γάλακτος τῆς ; ποίμνης οὐκ ἐσθίει;
ارْعَوْا رَعِيَّةَ اللهِ الَّتِي بَيْنَكُمْ نُظَّارًا، لاَ عَنِ اضْطِرَارٍ بَلْ بِالاخْتِيَارِ، وَلاَ لِرِبْحٍ قَبِيحٍ بَلْ بِنَشَاطٍ،
ποιμάνατε τὸ ; ποίμνιον τοῦ ; θεοῦ ἐν ; ὑμῖν ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς ἀλλ᾽ ἑκουσίως μηδὲ αἰσχροκερδῶς ἀλλὰ προθύμως·
هؤُلاَءِ صُخُورٌ فِي وَلاَئِمِكُمُ الْمَحَبِّيَّةِ، صَانِعِينَ وَلاَئِمَ مَعًا بِلاَ خَوْفٍ، رَاعِينَ أَنْفُسَهُمْ. غُيُومٌ بِلاَ مَاءٍ تَحْمِلُهَا الرِّيَاحُ. أَشْجَارٌ خَرِيفِيَّةٌ بِلاَ ثَمَرٍ مَيِّتَةٌ مُضَاعَفًا، مُقْتَلَعَةٌ.
Οὗτοί σπιλάδες, ἐν ἀγάπαις συνευωχούμενοι, ἀφόβως ποιμαίνοντες· ἑαυτοὺς νεφέλαι ἄνυδροι, περιφερόμεναι ἀνέμων δένδρα φθινοπωρινὰ ἄκαρπα, ἀποθανόντα, δὶς ἐκριζωθέντα·
فَوَلَدَتِ ابْنًا ذَكَرًا عَتِيدًا أَنْ يَرْعَى جَمِيعَ الأُمَمِ بِعَصًا مِنْ حَدِيدٍ. وَاخْتُطِفَ وَلَدُهَا إِلَى اللهِ وَإِلَى عَرْشِهِ،
καὶ ; ἔτεκεν υἱὸν ἄρρενα ὃς ; μέλλει ποιμαίνειν πάντα τὰ ; ἔθνη ἐν ; ῥάβδῳ σιδηρᾷ. καὶ ; ἡρπάσθη τὸ ; τέκνον ; αὐτῆς πρὸς τὸν ; θεὸν καὶ ; πρὸς τὸν ; θρόνον ; αὐτοῦ.