ك
إصحاح
G3669
G3670. homologéō
G3671
المعنى المختصر للكلمة
homologéō: to assent, i.e. covenant, acknowledge
اللفظ الأصلي ὁμολογέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق homologéō (hom-ol-og-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 24 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to assent, i.e. covenant, acknowledge

الإنجليزية — KJV Translation Tags
con- (pro-)fess confession is made give thanks promise

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁμολογήσῃ (3×) ὁμολογήσω (2×) ὁμολογοῦσιν (2×) ὁμολογεῖ (2×) καὶ ; ὡμολόγησεν (2×) ὡμολόγουν, (1×) ὡμολόγησεν (1×) ὡμολόγησας (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (24 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَحِينَئِذٍ أُصَرِّحُ لَهُمْ: إِنِّي لَمْ أَعْرِفْكُمْ قَطُّ. اذْهَبُوا عَنِّي يَا فَاعِلِي الإِثْمِ.
καὶ ; τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι οὐδέποτε ; ἔγνων ; ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ οἱ ; ἐργαζόμενοι τὴν ; ἀνομίαν.¶
متى 10: 32 Mat.10.32
فَكُلُّ مَنْ يَعْتَرِفُ بِي قُدَّامَ النَّاسِ أَعْتَرِفُ أَنَا أَيْضًا بِهِ قُدَّامَ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ،
οὖν ; Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ; ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ ; πατρός ; μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
متى 10: 32 Mat.10.32
فَكُلُّ مَنْ يَعْتَرِفُ بِي قُدَّامَ النَّاسِ أَعْتَرِفُ أَنَا أَيْضًا بِهِ قُدَّامَ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ،
οὖν ; Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ; ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ ; πατρός ; μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
مِنْ ثَمَّ وَعَدَ بِقَسَمٍ أَنَّهُ مَهْمَا طَلَبَتْ يُعْطِيهَا.
ὅθεν ὡμολόγησεν μεθ᾽ ; ὅρκου ὃ ἐὰν ; αἰτήσηται. αὐτῇ ; δοῦναι
وَأَقُولُ لَكُمْ: كُلُّ مَنِ اعْتَرَفَ بِي قُدَّامَ النَّاسِ، يَعْتَرِفُ بِهِ ابْنُ الإِنْسَانِ قُدَّامَ مَلاَئِكَةِ اللهِ.
Λέγω ; δὲ ὑμῖν· πᾶς ὃς ; ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ; ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων, καὶ ; ὁμολογήσει ἐν ; αὐτῷ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἔμπροσθεν τῶν ; ἀγγέλων τοῦ ; θεοῦ·
وَأَقُولُ لَكُمْ: كُلُّ مَنِ اعْتَرَفَ بِي قُدَّامَ النَّاسِ، يَعْتَرِفُ بِهِ ابْنُ الإِنْسَانِ قُدَّامَ مَلاَئِكَةِ اللهِ.
Λέγω ; δὲ ὑμῖν· πᾶς ὃς ; ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ; ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων, καὶ ; ὁμολογήσει ἐν ; αὐτῷ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἔμπροσθεν τῶν ; ἀγγέλων τοῦ ; θεοῦ·
فَاعْتَرَفَ وَلَمْ يُنْكِرْ، وَأَقَرَّ: إِنِّي لَسْتُ أَنَا الْمَسِيحَ.
καὶ ; ὡμολόγησεν καὶ ; οὐκ ἠρνήσατο καὶ ; ὡμολόγησεν ὅτι ; ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ὁ ; χριστός.¶
فَاعْتَرَفَ وَلَمْ يُنْكِرْ، وَأَقَرَّ: إِنِّي لَسْتُ أَنَا الْمَسِيحَ.
καὶ ; ὡμολόγησεν καὶ ; οὐκ ἠρνήσατο καὶ ; ὡμολόγησεν ὅτι ; ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ὁ ; χριστός.¶
قَالَ أَبَوَاهُ هذَا لأَنَّهُمَا كَانَا يَخَافَانِ مِنَ الْيَهُودِ، لأَنَّ الْيَهُودَ كَانُوا قَدْ تَعَاهَدُوا أَنَّهُ إِنِ اعْتَرَفَ أَحَدٌ بِأَنَّهُ الْمَسِيحُ يُخْرَجُ مِنَ الْمَجْمَعِ.
εἶπαν οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ, Ταῦτα ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ; Ἰουδαίους· γὰρ οἱ ; Ἰουδαῖοι ἤδη συνετέθειντο ἵνα ἐάν ὁμολογήσῃ τις αὐτὸν χριστόν, ἀποσυνάγωγος ; γένηται.
وَلكِنْ مَعَ ذلِكَ آمَنَ بِهِ كَثِيرُونَ مِنَ الرُّؤَسَاءِ أَيْضًا، غَيْرَ أَنَّهُمْ لِسَبَبِ الْفَرِّيسِيِّينَ لَمْ يَعْتَرِفُوا بِهِ، لِئَلاَّ يَصِيرُوا خَارِجَ الْمَجْمَعِ،
ὅμως ; μέντοι ἐπίστευσαν εἰς ; αὐτόν, πολλοὶ ἐκ τῶν ; ἀρχόντων καὶ ἀλλὰ διὰ τοὺς ; Φαρισαίους οὐχ ὡμολόγουν, ἵνα ; μὴ γένωνται. ἀποσυνάγωγοι
لأَنَّ الصَّدُّوقِيِّينَ يَقُولُونَ إِنَّهُ لَيْسَ قِيَامَةٌ وَلاَ مَلاَكٌ وَلاَ رُوحٌ، وَأَمَّا الْفَرِّيسِيُّونَ فَيُقِرُّونَ بِكُلِّ ذلِكَ.
γὰρ Σαδδουκαῖοι λέγουσιν εἶναι μὴ ἀνάστασιν μηδὲ ἄγγελον μήτε πνεῦμα· δὲ Φαρισαῖοι ὁμολογοῦσιν τὰ ; ἀμφότερα.¶
وَلكِنَّنِي أُقِرُّ لَكَ بِهذَا: أَنَّنِي حَسَبَ الطَّرِيقِ الَّذِي يَقُولُونَ لَهُ شِيعَةٌ، هكَذَا أَعْبُدُ إِلهَ آبَائِي، مُؤْمِنًا بِكُلِّ مَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي النَّامُوسِ وَالأَنْبِيَاءِ.
δὲ ὁμολογῶ σοι τοῦτό ὅτι κατὰ τὴν ; ὁδὸν ἣν λέγουσιν αἵρεσιν οὕτως λατρεύω τῷ ; θεῷ πατρῴῳ πιστεύων πᾶσιν τοῖς ; κατὰ γεγραμμένοις, τὸν ; νόμον καὶ ; τοῖς ; προφήταις
لأَنَّكَ إِنِ اعْتَرَفْتَ بِفَمِكَ بِالرَّبِّ يَسُوعَ، وَآمَنْتَ بِقَلْبِكَ أَنَّ اللهَ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، خَلَصْتَ.
ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν ; τῷ ; στόματί ; σου κύριον Ἰησοῦν καὶ ; πιστεύσῃς ἐν ; τῇ ; καρδίᾳ ; σου ὅτι ὁ ; θεὸς αὐτὸν ; ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ·
لأَنَّ الْقَلْبَ يُؤْمَنُ بِهِ لِلْبِرِّ، وَالْفَمَ يُعْتَرَفُ بِهِ لِلْخَلاَصِ.
γὰρ καρδίᾳ πιστεύεται εἰς ; δικαιοσύνην, στόματι ; δὲ ὁμολογεῖται εἰς ; σωτηρίαν.¶
جَاهِدْ جِهَادَ الإِيمَانِ الْحَسَنَ، وَأَمْسِكْ بِالْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ الَّتِي إِلَيْهَا دُعِيتَ أَيْضًا، وَاعْتَرَفْتَ الاعْتِرَافَ الْحَسَنَ أَمَامَ شُهُودٍ كَثِيرِينَ.
ἀγωνίζου ἀγῶνα τῆς ; πίστεως, καλὸν ἐπιλαβοῦ ζωῆς αἰωνίου ἣν εἰς ἐκλήθης καὶ ὡμολόγησας ὁμολογίαν καλὴν ἐνώπιον μαρτύρων.¶ πολλῶν
يَعْتَرِفُونَ بِأَنَّهُمْ يَعْرِفُونَ اللهَ، وَلكِنَّهُمْ بِالأَعْمَالِ يُنْكِرُونَهُ، إِذْ هُمْ رَجِسُونَ غَيْرُ طَائِعِينَ، وَمِنْ جِهَةِ كُلِّ عَمَل صَالِحٍ مَرْفُوضُونَ.
ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, θεὸν δὲ ἔργοις ἀρνοῦνται ὄντες βδελυκτοὶ καὶ ; ἀπειθεῖς καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἀδόκιμοι.¶
فِي الإِيمَانِ مَاتَ هؤُلاَءِ أَجْمَعُونَ، وَهُمْ لَمْ يَنَالُوا الْمَوَاعِيدَ، بَلْ مِنْ بَعِيدٍ نَظَرُوهَا وَصَدَّقُوهَا وَحَيُّوهَا، وَأَقَرُّوا بِأَنَّهُمْ غُرَبَاءُ وَنُزَلاَءُ عَلَى الأَرْضِ.
Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες μὴ λαβόντες τὰς ; ἐπαγγελίας ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ; ἰδόντες καὶ ; πεισθέντες καὶ ; ἀσπασάμενοι καὶ ; ὁμολογήσαντες ὅτι ; εἰσιν ξένοι καὶ ; παρεπίδημοί ἐπὶ τῆς ; γῆς.
فَلْنُقَدِّمْ بِهِ فِي كُلِّ حِينٍ ِللهِ ذَبِيحَةَ التَّسْبِيحِ، أَيْ ثَمَرَ شِفَاهٍ مُعْتَرِفَةٍ بِاسْمِهِ.
οὖν ; ἀναφέρωμεν δι᾽ ; αὐτοῦ διὰ ; διαπαντός τῷ ; θεῷ, θυσίαν αἰνέσεως τοῦτ᾽ ; ἔστιν καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ; ὀνόματι ; αὐτοῦ.
إِنِ اعْتَرَفْنَا بِخَطَايَانَا فَهُوَ أَمِينٌ وَعَادِلٌ، حَتَّى يَغْفِرَ لَنَا خَطَايَانَا وَيُطَهِّرَنَا مِنْ كُلِّ إِثْمٍ.
ἐὰν ὁμολογῶμεν τὰς ; ἁμαρτίας ; ἡμῶν, ἐστιν πιστός δίκαιος ἵνα ἀφῇ ἡμῖν ἁμαρτίας καθαρίσῃ ; ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀδικίας.
كُلُّ مَنْ يُنْكِرُ الابْنَ لَيْسَ لَهُ الآبُ وَمَنْ يَعْتَرِفُ بِالابْنِ فَلَهُ الآبُ أَيْضًا.
πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν ; υἱὸν οὐδὲ ἔχει· τὸν ; πατέρα ὁ ὁμολογῶν τὸν ; υἱὸν ἔχει.¶ τὸν ; πατέρα καὶ
بِهذَا تَعْرِفُونَ رُوحَ اللهِ: كُلُّ رُوحٍ يَعْتَرِفُ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ أَنَّهُ قَدْ جَاءَ فِي الْجَسَدِ فَهُوَ مِنَ اللهِ،
ἐν ; τούτῳ γινώσκετε πνεῦμα θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐληλυθότα ἐν σαρκὶ ἐστιν. ἐκ θεοῦ
وَكُلُّ رُوحٍ لاَ يَعْتَرِفُ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ أَنَّهُ قَدْ جَاءَ فِي الْجَسَدِ، فَلَيْسَ مِنَ اللهِ. وَهذَا هُوَ ضِدِّ الْمَسِيحِ الَّذِي سَمِعْتُمْ أَنَّهُ يَأْتِي، وَالآنَ هُوَ فِي الْعَالَمِ.
πᾶν πνεῦμα μὴ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐληλυθότα ἐν σαρκὶ οὐκ ἐκ θεοῦ τοῦτό ἐστιν ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται νῦν ἐστὶν ἐν κόσμῳ
مَنِ اعْتَرَفَ أَنَّ يَسُوعَ هُوَ ابْنُ اللهِ، فَاللهُ يَثْبُتُ فِيهِ وَهُوَ فِي اللهِ.
ὃς ; ἂν ὁμολογήσῃ ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν υἱὸς θεοῦ, θεὸς μένει ἐν ; αὐτῷ καὶ ; αὐτὸς ἐν θεῷ.
لأَنَّهُ قَدْ دَخَلَ إِلَى الْعَالَمِ مُضِلُّونَ كَثِيرُونَ، لاَ يَعْتَرِفُونَ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ آتِيًا فِي الْجَسَدِ. هذَا هُوَ الْمُضِلُّ، وَالضِّدُّ لِلْمَسِيحِ.
ὅτι εἰσῆλθόν εἰς κόσμον, πλάνοι πολλοὶ μὴ ὁμολογοῦντες Ἰησοῦν Χριστὸν ἐρχόμενον ἐν σαρκί· οὗτός ἐστιν πλάνος καὶ ; ὁ ; ἀντίχριστος.