ك
إصحاح
G3427
G3428. moichalís
G3429
المعنى المختصر للكلمة
moichalís: an adulteress (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي μοιχαλίς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق moichalís (moy-khal-is)
تكرار الورود في الكتاب 7 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

an adulteress (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
adulteress(-ous, -y)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; μοιχαλὶς (2×) τῇ ; μοιχαλίδι (1×) μοιχαλίδος (1×) μοιχαλίδα (1×) μοιχαλὶς (1×) καὶ ; μοιχαλίδες, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (7 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 12: 39 Mat.12.39
فَأَجابَ وَقَالَ لَهُمْ: جِيلٌ شِرِّيرٌ وَفَاسِقٌ يَطْلُبُ آيَةً، وَلاَ تُعْطَى لَهُ آيَةٌ إِلاَّ آيَةَ يُونَانَ النَّبِيِّ.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· γενεὰ πονηρὰ καὶ ; μοιχαλὶς ἐπιζητεῖ· σημεῖον καὶ ; οὐ δοθήσεται αὐτῇ σημεῖον εἰ ; μὴ τὸ ; σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ ; προφήτου.
جِيلٌ شِرِّيرٌ فَاسِقٌ يَلْتَمِسُ آيَةً، وَلاَ تُعْطَى لَهُ آيَةٌ إِلاَّ آيَةَ يُونَانَ النَّبِيِّ. ثُمَّ تَرَكَهُمْ وَمَضَى.
γενεὰ πονηρὰ καὶ ; μοιχαλὶς ἐπιζητεῖ· σημεῖον καὶ ; οὐ δοθήσεται αὐτῇ σημεῖον εἰ ; μὴ τὸ ; σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ ; προφήτου. καὶ καταλιπὼν ; αὐτοὺς ἀπῆλθεν.¶
لأَنَّ مَنِ اسْتَحَى بِي وَبِكَلاَمِي فِي هذَا الْجِيلِ الْفَاسِقِ الْخَاطِئِ، فَإِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يَسْتَحِي بِهِ مَتَى جَاءَ بِمَجْدِ أَبِيهِ مَعَ الْمَلاَئِكَةِ الْقِدِّيسِينَ.
γὰρ ὃς ; ἂν ἐπαισχυνθῇ με καὶ ; τοὺς ; ἐμοὺς ; λόγους ἐν ταύτῃ τῇ ; γενεᾷ τῇ ; μοιχαλίδι καὶ ; ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν ; τῇ ; δόξῃ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ μετὰ τῶν ; ἀγγέλων τῶν ; ἁγίων.¶
فَإِذًا مَا دَامَ الرَّجُلُ حَيًّا تُدْعَى زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ الرَّجُلُ فَهِيَ حُرَّةٌ مِنَ النَّامُوسِ، حَتَّى إِنَّهَا لَيْسَتْ زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ.
ἄρα ; οὖν ζῶντος ; τοῦ ; ἀνδρὸς χρηματίσει, μοιχαλὶς ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· δὲ ἀποθάνῃ ὁ ; ἀνήρ, ἐστὶν ἐλευθέρα ἀπὸ τοῦ ; νόμου τοῦ εἶναι ; αὐτὴν μὴ μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ.¶
فَإِذًا مَا دَامَ الرَّجُلُ حَيًّا تُدْعَى زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ الرَّجُلُ فَهِيَ حُرَّةٌ مِنَ النَّامُوسِ، حَتَّى إِنَّهَا لَيْسَتْ زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ.
ἄρα ; οὖν ζῶντος ; τοῦ ; ἀνδρὸς χρηματίσει, μοιχαλὶς ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· δὲ ἀποθάνῃ ὁ ; ἀνήρ, ἐστὶν ἐλευθέρα ἀπὸ τοῦ ; νόμου τοῦ εἶναι ; αὐτὴν μὴ μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ.¶
أَيُّهَا الزُّنَاةُ وَالزَّوَانِي، أَمَا تَعْلَمُونَ أَنَّ مَحَبَّةَ الْعَالَمِ عَدَاوَةٌ ِللهِ. فَمَنْ أَرَادَ أَنْ يَكُونَ مُحِبًّا لِلْعَالَمِ، فَقَدْ صَارَ عَدُوًّا ِللهِ.
μοιχοὶ καὶ ; μοιχαλίδες, οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ ; φιλία τοῦ ; κόσμου ἔχθρα ; ἐστιν; τοῦ ; θεοῦ ὃς ; ἂν; οὖν βουληθῇ εἶναι φίλος τοῦ ; κόσμου, καθίσταται. ἐχθρὸς τοῦ ; θεοῦ
لَهُمْ عُيُونٌ مَمْلُوَّةٌ فِسْقًا، لاَ تَكُفُّ عَنِ الْخَطِيَّةِ، خَادِعُونَ النُّفُوسَ غَيْرَ الثَّابِتَةِ. لَهُمْ قَلْبٌ مُتَدَرِّبٌ فِي الطَّمَعِ. أَوْلاَدُ اللَّعْنَةِ.
ἔχοντες ὀφθαλμοὺς μεστοὺς μοιχαλίδος καὶ ; ἀκαταπαύστους ἁμαρτίας, δελεάζοντες ψυχὰς ἀστηρίκτους, ἔχοντες, καρδίαν γεγυμνασμένην πλεονεξίαις τέκνα. κατάρας