المعنى المختصر للكلمة
makrothymía:
longanimity, i.e. (objectively) forbearance or
(subjectively) fortitude
اللفظ الأصلي
μακροθυμία
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
makrothymía
(mak-roth-oo-mee-ah)
تكرار الورود في الكتاب
14
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
longanimity, i.e. (objectively) forbearance or (subjectively) fortitude
الإنجليزية — KJV Translation Tags
longsuffering
patience
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
καὶ ; τῆς ; μακροθυμίας (2×)
ἡ ; μακροθυμία (1×)
ἐν ; μακροθυμίᾳ (1×)
τῇ ; μακροθυμίᾳ, (1×)
τὴν ; μακροθυμίαν (1×)
μετὰ ; μακροθυμίας, (1×)
μακροθυμίᾳ, (1×)
μακροθυμίᾳ (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
رومية 2: 4
Rom.2.4
أَمْ تَسْتَهِينُ بِغِنَى لُطْفِهِ وَإِمْهَالِهِ وَطُولِ أَنَاتِهِ، غَيْرَ عَالِمٍ أَنَّ لُطْفَ اللهِ إِنَّمَا يَقْتَادُكَ إِلَى التَّوْبَةِ.
ἢ καταφρονεῖς τοῦ ; πλούτου τῆς ; χρηστότητος ; αὐτοῦ καὶ ; τῆς ; ἀνοχῆς καὶ ; τῆς ; μακροθυμίας ἀγνοῶν ὅτι τὸ ; χρηστὸν τοῦ ; θεοῦ σε ; ἄγει; εἰς μετάνοιάν
رومية 9: 22
Rom.9.22
فَمَاذَا. إِنْ كَانَ اللهُ، وَهُوَ يُرِيدُ أَنْ يُظْهِرَ غَضَبَهُ وَيُبَيِّنَ قُوَّتَهُ، احْتَمَلَ بِأَنَاةٍ كَثِيرَةٍ آنِيَةَ غَضَبٍ مُهَيَّأَةً لِلْهَلاَكِ.
Εἰ ; δὲ ὁ ; θεὸς θέλων ἐνδείξασθαι τὴν ; ὀργὴν καὶ ; γνωρίσαι τὸ ; δυνατὸν ; αὐτοῦ ἤνεγκεν ἐν ; μακροθυμίᾳ πολλῇ σκεύη ὀργῆς κατηρτισμένα εἰς ; ἀπώλειαν,
كورنثوس الثانية 6: 6
2Co.6.6
فِي طَهَارَةٍ، فِي عِلْمٍ، فِي أَنَاةٍ، فِي لُطْفٍ، فِي الرُّوحِ الْقُدُسِ، فِي مَحَبَّةٍ بِلاَ رِيَاءٍ،
ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν πνεύματι ἁγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ,
غلاطية 5: 22
Gal.5.22
وَأَمَّا ثَمَرُ الرُّوحِ فَهُوَ: مَحَبَّةٌ فَرَحٌ سَلاَمٌ، طُولُ أَنَاةٍ لُطْفٌ صَلاَحٌ، إِيمَانٌ
δὲ ὁ ; καρπὸς τοῦ ; πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις,
أفسس 4: 2
Eph.4.2
بِكُلِّ تَوَاضُعٍ، وَوَدَاعَةٍ، وَبِطُولِ أَنَاةٍ، مُحْتَمِلِينَ بَعْضُكُمْ بَعْضًا فِي الْمَحَبَّةِ.
μετὰ ; πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ ; πραΰτητος, μετὰ ; μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ,
كولوسي 1: 11
Col.1.11
مُتَقَوِّينَ بِكُلِّ قُوَّةٍ بِحَسَبِ قُدْرَةِ مَجْدِهِ، لِكُلِّ صَبْرٍ وَطُولِ أَنَاةٍ بِفَرَحٍ،
δυναμούμενοι ἐν ; πάσῃ δυνάμει κατὰ τὸ ; κράτος τῆς ; δόξης ; αὐτοῦ εἰς ; πᾶσαν ὑπομονὴν καὶ ; μακροθυμίαν μετὰ ; χαρᾶς.
كولوسي 3: 12
Col.3.12
فَالْبَسُوا كَمُخْتَارِي اللهِ الْقِدِّيسِينَ الْمَحْبُوبِينَ أَحْشَاءَ رَأْفَاتٍ، وَلُطْفًا، وَتَوَاضُعًا، وَوَدَاعَةً، وَطُولَ أَنَاةٍ،
Ἐνδύσασθε ; οὖν, ὡς ; ἐκλεκτοὶ τοῦ ; θεοῦ ἅγιοι καὶ ; ἠγαπημένοι, σπλάγχνα οἰκτιρμῶν χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραΰτητα, μακροθυμίαν·
تيموثاوس الأولى 1: 16
1Ti.1.16
لكِنَّنِي لِهذَا رُحِمْتُ: لِيُظْهِرَ يَسُوعُ الْمَسِيحُ فِيَّ أَنَا أَوَّلاً كُلَّ أَنَاةٍ، مِثَالاً لِلْعَتِيدِينَ أَنْ يُؤْمِنُوا بِهِ لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ.
ἀλλὰ διὰ ; τοῦτο ἠλεήθην, ἵνα ; ἐνδείξηται Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν ἐμοὶ πρώτῳ πᾶσαν μακροθυμίαν πρὸς ; ὑποτύπωσιν τῶν ; μελλόντων πιστεύειν ἐπ᾽ ; αὐτῷ εἰς ; ζωὴν αἰώνιον.¶
تيموثاوس الثانية 3: 10
2Ti.3.10
وَأَمَّا أَنْتَ فَقَدْ تَبِعْتَ تَعْلِيمِي، وَسِيرَتِي، وَقَصْدِي، وَإِيمَانِي، وَأَنَاتِي، وَمَحَبَّتِي، وَصَبْرِي،
δὲ Σὺ παρηκολούθηκάς μου ; τῇ ; διδασκαλίᾳ, τῇ ; ἀγωγῇ, τῇ ; προθέσει, τῇ ; πίστει, τῇ ; μακροθυμίᾳ, τῇ ; ἀγάπῃ, τῇ ; ὑπομονῇ,
تيموثاوس الثانية 4: 2
2Ti.4.2
اكْرِزْ بِالْكَلِمَةِ. اعْكُفْ عَلَى ذلِكَ فِي وَقْتٍ مُنَاسِبٍ وَغَيْرِ مُنَاسِبٍ. وَبِّخِ، انْتَهِرْ، عِظْ بِكُلِّ أَنَاةٍ وَتَعْلِيمٍ.
κήρυξον τὸν ; λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως, ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον ἐν ; πάσῃ μακροθυμίᾳ καὶ ; διδαχῇ.
العبرانيين 6: 12
Heb.6.12
لِكَيْ لاَ تَكُونُوا مُتَبَاطِئِينَ بَلْ مُتَمَثِّلِينَ بِالَّذِينَ بِالإِيمَانِ وَالأَنَاةِ يَرِثُونَ الْمَوَاعِيدَ.
ἵνα μὴ γένησθε, νωθροὶ δὲ μιμηταὶ τῶν διὰ ; πίστεως καὶ ; μακροθυμίας κληρονομούντων τὰς ; ἐπαγγελίας.
يعقوب 5: 10
Jas.5.10
خُذُوا يَا إِخْوَتِي مِثَالاً لاحْتِمَالِ الْمَشَقَّاتِ وَالأَنَاةِ: الأَنْبِيَاءَ الَّذِينَ تَكَلَّمُوا بِاسْمِ الرَّبِّ.
λάβετε, ἀδελφοί ; μου, ὑπόδειγμα τῆς ; κακοπαθείας καὶ ; τῆς ; μακροθυμίας τοὺς ; προφήτας οἳ ἐλάλησαν ἐν ; τῷ ; ὀνόματι κυρίου.
بطرس الأولى 3: 20
1Pe.3.20
إِذْ عَصَتْ حِينَ كَانَتْ أَنَاةُ اللهِ تَنْتَظِرُ مَرَّةً فِي أَيَّامِ نُوحٍ، إِذْ كَانَ الْفُلْكُ يُبْنَى، الَّذِي فِيهِ خَلَصَ قَلِيلُونَ، أَيْ ثَمَانِي أَنْفُسٍ بِالْمَاءِ.
ἀπειθήσασίν ὅτε ἡ ; μακροθυμία τοῦ ; θεοῦ ἅπαξ ἐξεδέχετο ποτε, ἐν ἡμέραις Νῶε κιβωτοῦ, κατασκευαζομένης εἰς ; ἣν διεσώθησαν ὀλίγαι τοῦτ᾽ ; ἔστιν ὀκτὼ ψυχαί, ὕδατος·
بطرس الثانية 3: 15
2Pe.3.15
وَاحْسِبُوا أَنَاةَ رَبِّنَا خَلاَصًا، كَمَا كَتَبَ إِلَيْكُمْ أَخُونَا الْحَبِيبُ بُولُسُ أَيْضًا بِحَسَبِ الْحِكْمَةِ الْمُعْطَاةِ لَهُ،
καὶ ; ἡγεῖσθε, τὴν ; μακροθυμίαν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν σωτηρίαν καθὼς ἔγραψεν ὑμῖν, ἡμῶν ; ἀδελφὸς ὁ ; ἀγαπητὸς Παῦλος καὶ κατὰ τὴν ; σοφίαν δοθεῖσαν αὐτῷ