ك
إصحاح
G2705
G2706. kataphronéō
G2707
المعنى المختصر للكلمة
kataphronéō: to think against, i.e. disesteem
اللفظ الأصلي καταφρονέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kataphronéō (kat-af-ron-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 9 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to think against, i.e. disesteem

الإنجليزية — KJV Translation Tags
despise

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μηδείς ; καταφρονείτω, (1×) καὶ ; καταφρονήσει. (1×) καταφρονήσητε (1×) καταφρονήσει. (1×) καταφρονήσας, (1×) καταφρονοῦντας. (1×) καταφρονεῖτε (1×) καταφρονεῖς (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (9 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لاَ يَقْدِرُ أَحَدٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς ; δύναται δουλεύειν· δυσὶ ; κυρίοις γὰρ ἢ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καὶ ; καταφρονήσει. ἑτέρου ; τοῦ οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
متى 18: 10 Mat.18.10
اُنْظُرُوا، لاَ تَحْتَقِرُوا أَحَدَ هؤُلاَءِ الصِّغَارِ، لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَلاَئِكَتَهُمْ فِي السَّمَاوَاتِ كُلَّ حِينٍ يَنْظُرُونَ وَجْهَ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
Ὁρᾶτε μὴ καταφρονήσητε ἑνὸς τούτων· τῶν ; μικρῶν γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι οἱ ; ἄγγελοι ; αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ ; παντὸς βλέπουσιν τὸ ; πρόσωπον τοῦ ; πατρός ; μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
لاَ يَقْدِرُ خَادِمٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς δύναται οἰκέτης δουλεύειν· δυσὶν ; κυρίοις γὰρ ἢ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει, τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καταφρονήσει. τοῦ ; ἑτέρου οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
أَمْ تَسْتَهِينُ بِغِنَى لُطْفِهِ وَإِمْهَالِهِ وَطُولِ أَنَاتِهِ، غَيْرَ عَالِمٍ أَنَّ لُطْفَ اللهِ إِنَّمَا يَقْتَادُكَ إِلَى التَّوْبَةِ.
καταφρονεῖς τοῦ ; πλούτου τῆς ; χρηστότητος ; αὐτοῦ καὶ ; τῆς ; ἀνοχῆς καὶ ; τῆς ; μακροθυμίας ἀγνοῶν ὅτι τὸ ; χρηστὸν τοῦ ; θεοῦ σε ; ἄγει; εἰς μετάνοιάν
أَفَلَيْسَ لَكُمْ بُيُوتٌ لِتَأْكُلُوا فِيهَا وَتَشْرَبُوا. أَمْ تَسْتَهِينُونَ بِكَنِيسَةِ اللهِ وَتُخْجِلُونَ الَّذِينَ لَيْسَ لَهُمْ. مَاذَا أَقُولُ لَكُمْ. أَأَمْدَحُكُمْ عَلَى هذَا. لَسْتُ أَمْدَحُكُمْ.
μὴ ; γὰρ ἔχετε οἰκίας ἐσθίειν εἰς ; τὸ καὶ ; πίνειν; ἢ καταφρονεῖτε τῆς ; ἐκκλησίας τοῦ ; θεοῦ καὶ ; καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί εἴπω ὑμῖν; ἐπαινέσω ; ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ ἐπαινῶ.
لاَ يَسْتَهِنْ أَحَدٌ بِحَدَاثَتِكَ، بَلْ كُنْ قُدْوَةً لِلْمُؤْمِنِينَ فِي الْكَلاَمِ، فِي التَّصَرُّفِ، فِي الْمَحَبَّةِ، فِي الرُّوحِ، فِي الإِيمَانِ، فِي الطَّهَارَةِ.
μηδείς ; καταφρονείτω, σου ; τῆς ; νεότητος ἀλλὰ γίνου τύπος τῶν ; πιστῶν, ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ.
وَالَّذِينَ لَهُمْ سَادَةٌ مُؤْمِنُونَ، لاَ يَسْتَهِينُوا بِهِمْ لأَنَّهُمْ إِخْوَةٌ، بَلْ لِيَخْدِمُوهُمْ لأَنَّ الَّذِينَ يَتَشَارَكُونَ فِي الْفَائِدَةِ، هُمْ مُؤْمِنُونَ وَمَحْبُوبُونَ. عَلِّمْ وَعِظْ بِهذَا.
οἱ ; δὲ ἔχοντες δεσπότας πιστοὺς μὴ καταφρονείτωσαν, ὅτι ; εἰσιν· ἀδελφοί ἀλλὰ ; μᾶλλον δουλευέτωσαν, ὅτι ἀντιλαμβανόμενοι.¶ τῆς ; εὐεργεσίας εἰσιν πιστοί καὶ ; ἀγαπητοὶ δίδασκε καὶ ; παρακάλει. Ταῦτα
نَاظِرِينَ إِلَى رَئِيسِ الإِيمَانِ وَمُكَمِّلِهِ يَسُوعَ، الَّذِي مِنْ أَجْلِ السُّرُورِ الْمَوْضُوعِ أَمَامَهُ، احْتَمَلَ الصَّلِيبَ مُسْتَهِينًا بِالْخِزْيِ، فَجَلَسَ فِي يَمِينِ عَرْشِ اللهِ.
ἀφορῶντες εἰς τὸν ; ἀρχηγὸν τῆς ; πίστεως καὶ ; τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς ; χαρᾶς προκειμένης αὐτῷ ὑπέμεινεν σταυρὸν καταφρονήσας, αἰσχύνης εκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ ; θρόνου τοῦ ; θεοῦ
وَلاَ سِيَّمَا الَّذِينَ يَذْهَبُونَ وَرَاءَ الْجَسَدِ فِي شَهْوَةِ النَّجَاسَةِ، وَيَسْتَهِينُونَ بِالسِّيَادَةِ. جَسُورُونَ، مُعْجِبُونَ بِأَنْفُسِهِمْ، لاَ يَرْتَعِبُونَ أَنْ يَفْتَرُوا عَلَى ذَوِي الأَمْجَادِ،
μάλιστα ; δὲ τοὺς πορευομένους ὀπίσω σαρκὸς ἐν ἐπιθυμίᾳ μιασμοῦ καταφρονοῦντας. κυριότητος τολμηταί, αὐθάδεις, οὐ τρέμουσιν βλασφημοῦντες· δόξας