ك
إصحاح
G1374
G1375. diōgmós
G1376
المعنى المختصر للكلمة
diōgmós: persecution
اللفظ الأصلي διωγμός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق diōgmós (dee-ogue-mos)
تكرار الورود في الكتاب 9 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

persecution

الإنجليزية — KJV Translation Tags
persecution

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

διωγμὸς (2×) διωγμοῦ (2×) ἐν ; διωγμοῖς (1×) τοῖς ; διωγμοῖς, (1×) οἵους ; διωγμοὺς (1×) διωγμῶν (1×) διωγμὸν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (9 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 13: 21 Mat.13.21
وَلكِنْ لَيْسَ لَهُ أَصْلٌ فِي ذَاتِهِ، بَلْ هُوَ إِلَى حِينٍ. فَإِذَا حَدَثَ ضِيقٌ أَوِ اضْطِهَادٌ مِنْ أَجْلِ الْكَلِمَةِ فَحَالاً يَعْثُرُ.
δὲ οὐκ ἔχει ῥίζαν ἐν ἑαυτῷ ἀλλὰ ἐστιν. πρόσκαιρός γενομένης ; δὲ θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν ; λόγον εὐθὺς σκανδαλίζεται.
وَلكِنْ لَيْسَ لَهُمْ أَصْلٌ فِي ذَوَاتِهِمْ، بَلْ هُمْ إِلَى حِينٍ. فَبَعْدَ ذلِكَ إِذَا حَدَثَ ضِيقٌ أَوِ اضْطِهَادٌ مِنْ أَجْلِ الْكَلِمَةِ، فَلِلْوَقْتِ يَعْثُرُونَ.
καὶ οὐκ ἔχουσιν ῥίζαν ἐν ἑαυτοῖς ἀλλὰ εἰσιν. πρόσκαιροί εἶτα γενομένης θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν ; λόγον, εὐθὺς σκανδαλίζονται.
إِلاَّ وَيَأْخُذُ مِئَةَ ضِعْفٍ الآنَ فِي هذَا الزَّمَانِ، بُيُوتًا وَإِخْوَةً وَأَخَوَاتٍ وَأُمَّهَاتٍ وَأَوْلاَدًا وَحُقُولاً، مَعَ اضْطِهَادَاتٍ، وَفِي الدَّهْرِ الآتِي الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
ἐὰν ; μὴ λάβῃ ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τούτῳ τῷ ; καιρῷ οἰκίας καὶ ; ἀδελφοὺς καὶ ; ἀδελφὰς καὶ ; μητέρας καὶ ; τέκνα καὶ ; ἀγροὺς μετὰ διωγμῶν καὶ ; ἐν τῷ ; αἰῶνι τῷ ; ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.
وَكَانَ شَاوُلُ رَاضِيًا بِقَتْلِهِ. وَحَدَثَ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ اضْطِهَادٌ عَظِيمٌ عَلَى الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي أُورُشَلِيمَ، فَتَشَتَّتَ الْجَمِيعُ فِي كُوَرِ الْيَهُودِيَّةِ وَالسَّامِرَةِ، مَا عَدَا الرُّسُلَ.
ἦν Σαῦλος συνευδοκῶν τῇ ; ἀναιρέσει ; αὐτοῦ.¶ Ἐγένετο ; δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ διωγμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ; ἐκκλησίαν τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις· τε; διεσπάρησαν πάντες κατὰ τὰς ; χώρας τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Σαμαρείας πλὴν τῶν ; ἀποστόλων.¶
وَلكِنَّ الْيَهُودَ حَرَّكُوا النِّسَاءَ الْمُتَعَبِّدَاتِ الشَّرِيفَاتِ وَوُجُوهَ الْمَدِينَةِ، وَأَثَارُوا اضْطِهَادًا عَلَى بُولُسَ وَبَرْنَابَا، وَأَخْرَجُوهُمَا مِنْ تُخُومِهِمْ.
δὲ οἱ ; Ἰουδαῖοι παρώτρυναν τὰς ; γυναῖκας σεβομένας καὶ ; τὰς ; εὐσχήμονας καὶ ; τοὺς ; πρώτους τῆς ; πόλεως καὶ ; ἐπήγειραν διωγμὸν ἐπὶ τὸν ; Παῦλον καὶ ; τὸν ; Βαρναβᾶν καὶ ; ἐξέβαλον ; αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ; ὁρίων ; αὐτῶν.
مَنْ سَيَفْصِلُنَا عَنْ مَحَبَّةِ الْمَسِيحِ. أَشِدَّةٌ أَمْ ضَيْقٌ أَمِ اضْطِهَادٌ أَمْ جُوعٌ أَمْ عُرْيٌ أَمْ خَطَرٌ أَمْ سَيْفٌ.
Τίς ἡμᾶς ; χωρίσει ἀπὸ τῆς ; ἀγάπης τοῦ ; Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;
لِذلِكَ أُسَرُّ بِالضَّعَفَاتِ وَالشَّتَائِمِ وَالضَّرُورَاتِ وَالاضْطِهَادَاتِ وَالضِّيقَاتِ لأَجْلِ الْمَسِيحِ. لأَنِّي حِينَمَا أَنَا ضَعِيفٌ فَحِينَئِذٍ أَنَا قَوِيٌّ.
διὸ εὐδοκῶ ἐν ; ἀσθενείαις, ἐν ; ὕβρεσιν, ἐν ; ἀνάγκαις, ἐν ; διωγμοῖς ἐν; στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· γὰρ ὅταν ἀσθενῶ τότε εἰμι.¶ δυνατός
وَاضْطِهَادَاتِي، وَآلاَمِي، مِثْلَ مَا أَصَابَنِي فِي أَنْطَاكِيَةَ وَإِيقُونِيَّةَ وَلِسْتِرَةَ. أَيَّةَ اضْطِهَادَاتٍ احْتَمَلْتُ. وَمِنَ الْجَمِيعِ أَنْقَذَنِي الرَّبُّ.
τοῖς ; διωγμοῖς, τοῖς ; παθήμασιν, οἷά μοι ; ἐγένετο ἐν ; Ἀντιοχείᾳ, ἐν ; Ἰκονίῳ, ἐν ; Λύστροις· οἵους ; διωγμοὺς ὑπήνεγκα, καὶ ; ἐκ πάντων με ; ἐρρύσατο ὁ ; κύριος.
وَاضْطِهَادَاتِي، وَآلاَمِي، مِثْلَ مَا أَصَابَنِي فِي أَنْطَاكِيَةَ وَإِيقُونِيَّةَ وَلِسْتِرَةَ. أَيَّةَ اضْطِهَادَاتٍ احْتَمَلْتُ. وَمِنَ الْجَمِيعِ أَنْقَذَنِي الرَّبُّ.
τοῖς ; διωγμοῖς, τοῖς ; παθήμασιν, οἷά μοι ; ἐγένετο ἐν ; Ἀντιοχείᾳ, ἐν ; Ἰκονίῳ, ἐν ; Λύστροις· οἵους ; διωγμοὺς ὑπήνεγκα, καὶ ; ἐκ πάντων με ; ἐρρύσατο ὁ ; κύριος.