ك
إصحاح
G1351
G1352. dió
G1353
المعنى المختصر للكلمة
dió: through which thing, i.e. consequently
اللفظ الأصلي διό
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق dió (dee-o)
تكرار الورود في الكتاب 50 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

through which thing, i.e. consequently

الإنجليزية — KJV Translation Tags
for which cause therefore wherefore

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

διὸ (32×) Διὸ (15×) Διό, (2×) διό (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (50 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لِهذَا سُمِّيَ ذلِكَ الْحَقْلُ حَقْلَ الدَّمِ إِلَى هذَا الْيَوْمِ.
διὸ ἐκλήθη ἐκεῖνος ; ἀγρὸς ὁ ; ἀγρὸς αἵματος ἕως σήμερον.¶ ; τῆς
فَأَجَابَ الْمَلاَكُ وَقَالَ لَها: اَلرُّوحُ الْقُدُسُ يَحِلُّ عَلَيْكِ، وَقُوَّةُ الْعَلِيِّ تُظَلِّلُكِ، فَلِذلِكَ أَيْضًا الْقُدُّوسُ الْمَوْلُودُ يُدْعَى ابْنَ اللهِ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ ; σὲ καὶ ; δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει ; σοι· διὸ καὶ τὸ ; ἅγιον γεννώμενον κληθήσεται υἱὸς θεοῦ.
لِذلِكَ لَمْ أَحْسِبْ نَفْسِي أَهْلاً أَنْ آتِيَ إِلَيْكَ. لكِنْ قُلْ كَلِمَةً فَيَبْرَأَ غُلاَمِي.
διὸ οὐδὲ ἠξίωσα ; ἐμαυτὸν ἐλθεῖν. πρὸς ; σὲ ἀλλ᾽ εἰπὲ λόγῳ, καὶ ; ἰαθήσεται ὁ ; παῖς ; μου.
وَلِذلِكَ قَالَ أَيْضًا فِي مَزْمُورٍ آخَرَ: لَنْ تَدَعَ قُدُّوسَكَ يَرَى فَسَادًا.
Διὸ λέγει· καὶ ἐν ἑτέρῳ οὐ δώσεις τὸν ; ὅσιόν ; σου ἰδεῖν διαφθοράν.
لِذلِكَ أَنَا أَرَى أَنْ لاَ يُثَقَّلَ عَلَى الرَّاجِعِينَ إِلَى اللهِ مِنَ الأُمَمِ،
διὸ ἐγὼ κρίνω μὴ παρενοχλεῖν τοῖς ἐπιστρέφουσιν ἐπὶ τὸν ; θεόν, ἀπὸ τῶν ; ἐθνῶν
لِذلِكَ أُشْهِدُكُمُ الْيَوْمَ هذَا أَنِّي بَرِيءٌ مِنْ دَمِ الْجَمِيعِ،
διὸ μαρτύρομαι ; ὑμῖν ἐν ; τῇ ; ἡμέρᾳ σήμερον ὅτι ; ἐγὼ καθαρός ἀπὸ τοῦ ; αἵματος πάντων·
لِذلِكَ اسْهَرُوا، مُتَذَكِّرِينَ أَنِّي ثَلاَثَ سِنِينَ لَيْلاً وَنَهَارًا، لَمْ أَفْتُرْ عَنْ أَنْ أُنْذِرَ بِدُمُوعٍ كُلَّ وَاحِدٍ.
διὸ γρηγορεῖτε μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ; ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην νουθετῶν μετὰ ; δακρύων ἕκαστον. ἕνα
وَكَانَ أَيْضًا يَرْجُو أَنْ يُعْطِيَهُ بُولُسُ دَرَاهِمَ لِيُطْلِقَهُ، وَلِذلِكَ كَانَ يَسْتَحْضِرُهُ مِرَارًا أَكْثَرَ وَيَتَكَلَّمُ مَعَهُ.
δὲ καὶ ἐλπίζων ὅτι δοθήσεται ; αὐτῷ τοῦ ; Παύλου χρήματα λύσῃ ; αὐτόν, διὸ αὐτὸν ; μεταπεμπόμενος πυκνότερον ὡμίλει αὐτῷ.¶
وَلَيْسَ لِي شَيْءٌ يَقِينٌ مِنْ جِهَتِهِ لأَكْتُبَ إِلَى السَّيِّدِ. لِذلِكَ أَتَيْتُ بِهِ لَدَيْكُمْ، وَلاَ سِيَّمَا لَدَيْكَ أَيُّهَا الْمَلِكُ أَغْرِيبَاسُ، حَتَّى إِذَا صَارَ الْفَحْصُ يَكُونُ لِي شَيْءٌ لأَكْتُبَ.
οὐκ ἔχω, τι ἀσφαλές περὶ ; οὗ γράψαι τῷ ; κυρίῳ διὸ προήγαγον αὐτὸν ἐφ᾽ ; ὑμῶν καὶ ; μάλιστα ἐπὶ ; σοῦ, σοῦ, βασιλεῦ Ἀγρίππα, ὅπως ; τῆς γενομένης ἀνακρίσεως σχῶ τί γράψαι
لاَ سِيَّمَا وَأَنْتَ عَالِمٌ بِجَمِيعِ الْعَوَائِدِ وَالْمَسَائِلِ الَّتِي بَيْنَ الْيَهُودِ. لِذلِكَ أَلْتَمِسُ مِنْكَ أَنْ تَسْمَعَنِي بِطُولِ الأَنَاةِ.
μάλιστα σε γνώστην ; ὄντα πάντων τῶν ; ἐθῶν τε ; καὶ ; ζητημάτων. κατὰ Ἰουδαίους διὸ δέομαι σου ἀκοῦσαί ; μου.¶ μακροθύμως
لِذلِكَ سُرُّوا أَيُّهَا الرِّجَالُ، لأَنِّي أُومِنُ بِاللهِ أَنَّهُ يَكُونُ هكَذَا كَمَا قِيلَ لِي.
διὸ εὐθυμεῖτε ἄνδρες· γὰρ πιστεύω τῷ ; θεῷ ὅτι ἔσται οὕτως καθ᾽ ; ὃν ; τρόπον λελάληταί μοι.
لِذلِكَ أَلْتَمِسُ مِنْكُمْ أَنْ تَتَنَاوَلُوا طَعَامًا، لأَنَّ هذَا يَكُونُ مُفِيدًا لِنَجَاتِكُمْ، لأَنَّهُ لاَ تَسْقُطُ شَعْرَةٌ مِنْ رَأْسِ مِنْكُمْ.
διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς προσλαβεῖν τροφῆς· γὰρ ; πρὸς τοῦτο ὑπάρχει· τῆς ; ὑμετέρας ; σωτηρίας γὰρ οὐδενὸς πεσεῖται θρὶξ ἐκ τῆς ; κεφαλῆς ὑμῶν
لِذلِكَ أَسْلَمَهُمُ اللهُ أَيْضًا فِي شَهَوَاتِ قُلُوبِهِمْ إِلَى النَّجَاسَةِ، لإِهَانَةِ أَجْسَادِهِمْ بَيْنَ ذَوَاتِهِمِ.
Διὸ παρέδωκεν ; αὐτοὺς ὁ ; θεὸς καὶ ἐν ἐπιθυμίαις ; τῶν καρδιῶν ; αὐτῶν εἰς ἀκαθαρσίαν ἀτιμάζεσθαι τὰ ; σώματα ; αὐτῶν ἐν αὐτῶν
لِذلِكَ أَنْتَ بِلاَ عُذْرٍ أَيُّهَا الإِنْسَانُ، كُلُّ مَنْ يَدِينُ. لأَنَّكَ فِي مَا تَدِينُ غَيْرَكَ تَحْكُمُ عَلَى نَفْسِكَ. لأَنَّكَ أَنْتَ الَّذِي تَدِينُ تَفْعَلُ تِلْكَ الأُمُورَ بِعَيْنِهَا.
Διὸ εἶ, ἀναπολόγητος ὦ ἄνθρωπε πᾶς ὁ κρίνων· γὰρ ἐν ᾧ κρίνεις τὸν ; ἕτερον, κατακρίνεις· σεαυτὸν γὰρ ὁ κρίνων. πράσσεις τὰ ; αὐτὰ
لِذلِكَ أَيْضاً: حُسِبَ لَهُ بِرًّا.
διὸ καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς ; δικαιοσύνην.¶
لِذلِكَ يَلْزَمُ أَنْ يُخْضَعَ لَهُ، لَيْسَ بِسَبَبِ الْغَضَبِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا بِسَبَبِ الضَّمِيرِ.
διὸ ἀνάγκη ὑποτάσσεσθαι, οὐ διὰ τὴν ; ὀργὴν μόνον ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ; συνείδησιν.
لِذلِكَ اقْبَلُوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا كَمَا أَنَّ الْمَسِيحَ أَيْضًا قَبِلَنَا، لِمَجْدِ اللهِ.
διὸ προσλαμβάνεσθε ἀλλήλους, καθὼς ὁ ; Χριστὸς καὶ προσελάβετο ; ἡμᾶς εἰς ; δόξαν τοῦ ; θεοῦ.
لِذلِكَ أُعَرِّفُكُمْ أَنْ لَيْسَ أَحَدٌ وَهُوَ يَتَكَلَّمُ بِرُوحِ اللهِ يَقُولُ: يَسُوعُ أَنَاثِيمَا. وَلَيْسَ أَحَدٌ يَقْدِرُ أَنْ يَقُولَ: يَسُوعُ رَبٌّ إِلاَّ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ.
διὸ γνωρίζω ; ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς λαλῶν ἐν ; πνεύματι θεοῦ λέγει· Ἰησοῦν ἀνάθεμα καὶ ; οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν· Ἰησοῦν Κύριον εἰ ; μὴ ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ.
لِذلِكَ أَطْلُبُ أَنْ تُمَكِّنُوا لَهُ الْمَحَبَّةَ.
διὸ παρακαλῶ κυρῶσαι εἰς ; αὐτὸν ἀγάπην.
فَإِذْ لَنَا رُوحُ الإِيمَانِ عَيْنُهُ، حَسَبَ الْمَكْتُوب: آمَنْتُ لِذلِكَ تَكَلَّمْتُ، نَحْنُ أَيْضًا نُؤْمِنُ وَلِذلِكَ نَتَكَلَّمُ أَيْضًا.
δὲ Ἔχοντες τὸ ; πνεῦμα τῆς ; πίστεως αὐτὸ κατὰ τὸ ; γεγραμμένον· ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, ἡμεῖς καὶ πιστεύομεν, διὸ λαλοῦμεν· καὶ
فَإِذْ لَنَا رُوحُ الإِيمَانِ عَيْنُهُ، حَسَبَ الْمَكْتُوب: آمَنْتُ لِذلِكَ تَكَلَّمْتُ، نَحْنُ أَيْضًا نُؤْمِنُ وَلِذلِكَ نَتَكَلَّمُ أَيْضًا.
δὲ Ἔχοντες τὸ ; πνεῦμα τῆς ; πίστεως αὐτὸ κατὰ τὸ ; γεγραμμένον· ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, ἡμεῖς καὶ πιστεύομεν, διὸ λαλοῦμεν· καὶ
لِذلِكَ لاَ نَفْشَلُ، بَلْ وَإِنْ كَانَ إِنْسَانُنَا الْخَارِجُ يَفْنَى، فَالدَّاخِلُ يَتَجَدَّدُ يَوْمًا فَيَوْمًا.
διὸ οὐκ ἐγκακοῦμεν· ἀλλ᾽ εἰ ; καὶ ὁ ; ἡμῶν ; ἄνθρωπος ἔξω διαφθείρεται, ἀλλ᾽ ; ὁ ; ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ; ἡμέρᾳ.
لِذلِكَ نَحْتَرِصُ أَيْضًا مُسْتَوْطِنِينَ كُنَّا أَوْ مُتَغَرِّبِينَ أَنْ نَكُونَ مَرْضِيِّينَ عِنْدَهُ.
διὸ φιλοτιμούμεθα, καὶ ἐνδημοῦντες εἴτε εἴτε ἐκδημοῦντες, εἶναι· εὐάρεστοι αὐτῷ
لِذلِكَ اخْرُجُوا مِنْ وَسْطِهِمْ وَاعْتَزِلُوا، يَقُولُ الرَّبُّ. وَلاَ تَمَسُّوا نَجِسًا فَأَقْبَلَكُمْ،
Διὸ ἐξέλθατε ἐκ μέσου ; αὐτῶν καὶ ; ἀφορίσθητε, λέγει κύριος, καὶ ; μὴ ἅπτεσθε· ἀκαθάρτου κἀγὼ ; εἰσδέξομαι ; ὑμᾶς,
لِذلِكَ أُسَرُّ بِالضَّعَفَاتِ وَالشَّتَائِمِ وَالضَّرُورَاتِ وَالاضْطِهَادَاتِ وَالضِّيقَاتِ لأَجْلِ الْمَسِيحِ. لأَنِّي حِينَمَا أَنَا ضَعِيفٌ فَحِينَئِذٍ أَنَا قَوِيٌّ.
διὸ εὐδοκῶ ἐν ; ἀσθενείαις, ἐν ; ὕβρεσιν, ἐν ; ἀνάγκαις, ἐν ; διωγμοῖς ἐν; στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· γὰρ ὅταν ἀσθενῶ τότε εἰμι.¶ δυνατός
لِذلِكَ اذْكُرُوا أَنَّكُمْ أَنْتُمُ الأُمَمُ قَبْلاً فِي الْجَسَدِ، الْمَدْعُوِّينَ غُرْلَةً مِنَ الْمَدْعُوِّ خِتَانًا مَصْنُوعًا بِالْيَدِ فِي الْجَسَدِ،
Διὸ μνημονεύετε ὅτι ὑμεῖς τὰ ; ἔθνη ποτὲ ἐν σαρκί, οἱ ; λεγόμενοι ἀκροβυστία ὑπὸ τῆς ; λεγομένης περιτομῆς χειροποιήτου, ἐν σαρκὶ
لِذلِكَ أَطْلُبُ أَنْ لاَ تَكِلُّوا فِي شَدَائِدِي لأَجْلِكُمُ الَّتِي هِيَ مَجْدُكُمْ.
διὸ αἰτοῦμαι μὴ ἐγκακεῖν ἐν ταῖς ; θλίψεσίν ; μου ὑπὲρ ; ὑμῶν, ἥτις ἐστὶν δόξα ; ὑμῶν.¶
لِذلِكَ يَقُولُ: إِذْ صَعِدَ إِلَى الْعَلاَءِ سَبَى سَبْيًا وَأَعْطَى النَّاسَ عَطَايَا.
διὸ λέγει· ἀναβὰς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν, καὶ ; ἔδωκεν τοῖς ; ἀνθρώποις. δόματα
لِذلِكَ اطْرَحُوا عَنْكُمُ الْكَذِبَ، وَتَكَلَّمُوا بِالصِّدْقِ كُلُّ وَاحِدٍ مَعَ قَرِيبِهِ، لأَنَّنَا بَعْضَنَا أَعْضَاءُ الْبَعْضِ.
Διὸ ἀποθέμενοι τὸ ; ψεῦδος λαλεῖτε ἀλήθειαν ἕκαστος μετὰ τοῦ ; πλησίον ; αὐτοῦ, ὅτι ; ἐσμὲν ἀλλήλων ; μέλη.
لِذلِكَ يَقُولُ: اسْتَيْقِظْ أَيُّهَا النَّائِمُ وَقُمْ مِنَ الأَمْوَاتِ فَيُضِيءَ لَكَ الْمَسِيحُ.
διὸ λέγει· Ἔγειραι ὁ καθεύδων καὶ ; ἀνάστα ἐκ τῶν ; νεκρῶν, καὶ ; ἐπιφαύσει σοι ὁ ; Χριστός.¶