ك
إصحاح
G1310
G1311. diaphtheírō
G1312
المعنى المختصر للكلمة
diaphtheírō: to rot thoroughly, i.e. (by implication) to ruin (passively, decay utterly, figuratively, pervert)
اللفظ الأصلي διαφθείρω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق diaphtheírō (dee-af-thi-ro)
تكرار الورود في الكتاب 6 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to rot thoroughly, i.e. (by implication) to ruin (passively, decay utterly, figuratively, pervert)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
corrupt destroy perish

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; διαφθεῖραι (1×) διεφθάρη (1×) διεφθαρμένων (1×) διαφθείροντας (1×) διαφθείρεται, (1×) διαφθείρει· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (6 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
بِيعُوا مَا لَكُمْ وَأَعْطُوا صَدَقَةً. اِعْمَلُوا لَكُمْ أَكْيَاسًا لاَ تَفْنَى وَكَنْزًا لاَ يَنْفَدُ فِي السَّمَاوَاتِ، حَيْثُ لاَ يَقْرَبُ سَارِقٌ وَلاَ يُبْلِي سُوسٌ،
πωλήσατε τὰ ; ὑπάρχοντα ; ὑμῶν καὶ ; δότε ἐλεημοσύνην· ποιήσατε ἑαυτοῖς βαλλάντια μὴ παλαιούμενα, θησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς ὅπου οὐκ ἐγγίζει κλέπτης οὐδὲ διαφθείρει· σὴς
لِذلِكَ لاَ نَفْشَلُ، بَلْ وَإِنْ كَانَ إِنْسَانُنَا الْخَارِجُ يَفْنَى، فَالدَّاخِلُ يَتَجَدَّدُ يَوْمًا فَيَوْمًا.
διὸ οὐκ ἐγκακοῦμεν· ἀλλ᾽ εἰ ; καὶ ὁ ; ἡμῶν ; ἄνθρωπος ἔξω διαφθείρεται, ἀλλ᾽ ; ὁ ; ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ; ἡμέρᾳ.
وَمُنَازَعَاتُ أُنَاسٍ فَاسِدِي الذِّهْنِ وَعَادِمِي الْحَقِّ، يَظُنُّونَ أَنَّ التَّقْوَى تِجَارَةٌ. تَجَنَّبْ مِثْلَ هؤُلاَءِ.
διαπαρατριβαὶ ἀνθρώπων διεφθαρμένων τὸν ; νοῦν ἀπεστερημένων τῆς ; ἀληθείας, νομιζόντων εὐσέβειαν πορισμὸν Ἀφίστασο ; ἀπὸ τοιούτων.¶ τῶν
وَمَاتَ ثُلْثُ الْخَلاَئِقِ الَّتِي فِي الْبَحْرِ الَّتِي لَهَا حَيَاةٌ، وَأُهْلِكَ ثُلْثُ السُّفُنِ.
καὶ ; ἀπέθανεν τὸ ; τρίτον τῶν ; κτισμάτων τῶν ἐν τῇ ; θαλάσσῃ, τὰ ἔχοντα ψυχάς, διεφθάρη καὶ ; τὸ ; τρίτον τῶν ; πλοίων
وَغَضِبَتِ الأُمَمُ، فَأَتَى غَضَبُكَ وَزَمَانُ الأَمْوَاتِ لِيُدَانُوا، وَلِتُعْطَى الأُجْرَةُ لِعَبِيدِكَ الأَنْبِيَاءِ وَالْقِدِّيسِينَ وَالْخَائِفِينَ اسْمَكَ، الصِّغَارِ وَالْكِبَارِ، وَلِيُهْلَكَ الَّذِينَ كَانُوا يُهْلِكُونَ الأَرْضَ.
καὶ ; ὠργίσθησαν, τὰ ; ἔθνη καὶ ; ἦλθεν ἡ ; ὀργή ; σου καὶ ; ὁ ; καιρὸς τῶν ; νεκρῶν κριθῆναι καὶ ; δοῦναι τὸν ; μισθὸν τοῖς ; δούλοις ; σου τοῖς ; προφήταις καὶ ; τοῖς ; ἁγίοις καὶ ; τοῖς ; φοβουμένοις τὸ ; ὄνομά ; σου, τοῖς; μικροῖς καὶ ; τοῖς; μεγάλοις καὶ ; διαφθεῖραι τοὺς διαφθείροντας τὴν ; γῆν.¶
وَغَضِبَتِ الأُمَمُ، فَأَتَى غَضَبُكَ وَزَمَانُ الأَمْوَاتِ لِيُدَانُوا، وَلِتُعْطَى الأُجْرَةُ لِعَبِيدِكَ الأَنْبِيَاءِ وَالْقِدِّيسِينَ وَالْخَائِفِينَ اسْمَكَ، الصِّغَارِ وَالْكِبَارِ، وَلِيُهْلَكَ الَّذِينَ كَانُوا يُهْلِكُونَ الأَرْضَ.
καὶ ; ὠργίσθησαν, τὰ ; ἔθνη καὶ ; ἦλθεν ἡ ; ὀργή ; σου καὶ ; ὁ ; καιρὸς τῶν ; νεκρῶν κριθῆναι καὶ ; δοῦναι τὸν ; μισθὸν τοῖς ; δούλοις ; σου τοῖς ; προφήταις καὶ ; τοῖς ; ἁγίοις καὶ ; τοῖς ; φοβουμένοις τὸ ; ὄνομά ; σου, τοῖς; μικροῖς καὶ ; τοῖς; μεγάλοις καὶ ; διαφθεῖραι τοὺς διαφθείροντας τὴν ; γῆν.¶