ك
إصحاح
G1293
G1294. diastréphō
G1295
المعنى المختصر للكلمة
diastréphō: to distort, i.e. (figuratively) misinterpret, or (morally) corrupt
اللفظ الأصلي διαστρέφω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق diastréphō (dee-as-tref-o)
تكرار الورود في الكتاب 7 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to distort, i.e. (figuratively) misinterpret, or (morally) corrupt

الإنجليزية — KJV Translation Tags
perverse(-rt) turn away

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; διεστραμμένη, (2×) καὶ ; διεστραμμένης (1×) διεστραμμένα (1×) διαστρέψαι (1×) διαστρέφων (1×) διαστρέφοντα (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (7 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 17: 17 Mat.17.17
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: أَيُّهَا الْجِيلُ غَيْرُ الْمُؤْمِنِ، الْمُلْتَوِي، إِلَى مَتَى أَكُونُ مَعَكُمْ. إِلَى مَتَى أَحْتَمِلُكُمْ. قَدِّمُوهُ إِلَيَّ ههُنَا.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ Ἰησοῦς ; ὁ εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ ; διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι; μεθ᾽ ; ὑμῶν ἕως πότε ἀνέξομαι ; ὑμῶν; φέρετέ ; αὐτὸν μοι ὧδε.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: أَيُّهَا الْجِيلُ غَيْرُ الْمُؤْمِنِ وَالْمُلْتَوِي إِلَى مَتَى أَكُونُ مَعَكُمْ وَأَحْتَمِلُكُمْ. قَدِّمِ ابْنَكَ إِلَى هُنَا..
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν, ὦ ; γενεὰ ἄπιστος καὶ ; διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ; ὑμᾶς καὶ ; ἀνέξομαι ; ὑμῶν; προσάγαγε τὸν ; υἱόν ; σου. ὧδε
وَابْتَدَأُوا يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ قَائِلِينَ: إِنَّنَا وَجَدْنَا هذَا يُفْسِدُ الأُمَّةَ، وَيَمْنَعُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ، قَائِلاً: إِنَّهُ هُوَ مَسِيحٌ مَلِكٌ.
Ἤρξαντο ; δὲ κατηγορεῖν αὐτοῦ λέγοντες· εὕραμεν τοῦτον διαστρέφοντα τὸ ; ἔθνος καὶ ; κωλύοντα διδόναι φόρους Καίσαρι λέγοντα ἑαυτὸν εἶναι.¶ χριστὸν βασιλέα
فَقَاوَمَهُمَا عَلِيمٌ السَّاحِرُ، لأَنْ هكَذَا يُتَرْجَمُ اسْمُهُ، طَالِبًا أَنْ يُفْسِدَ الْوَالِيَ عَنِ الإِيمَانِ.
ἀνθίστατο ; δὲ ; αὐτοῖς Ἐλύμας ὁ ; μάγος, γὰρ οὕτως μεθερμηνεύεται τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ, ζητῶν διαστρέψαι τὸν ; ἀνθύπατον ἀπὸ τῆς ; πίστεως.
وَقَالَ: أَيُّهَا الْمُمْتَلِئُ كُلَّ غِشٍّ وَكُلَّ خُبْثٍ. يَا ابْنَ إِبْلِيسَ. يَا عَدُوَّ كُلِّ بِرّ. أَلاَ تَزَالُ تُفْسِدُ سُبُلَ اللهِ الْمُسْتَقِيمَةَ.
εἶπεν· ὦ ; πλήρης παντὸς δόλου καὶ ; πάσης ῥᾳδιουργίας, υἱὲ διαβόλου, ἐχθρὲ πάσης δικαιοσύνης, οὐ παύσῃ διαστρέφων τὰς ; ὁδοὺς τοῦ ; κυρίου εὐθείας; ; τὰς
وَمِنْكُمْ أَنْتُمْ سَيَقُومُ رِجَالٌ يَتَكَلَّمُونَ بِأُمُورٍ مُلْتَوِيَةٍ لِيَجْتَذِبُوا التَّلاَمِيذَ وَرَاءَهُمْ.
καὶ ; ἐξ ; ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ; ἀποσπᾶν τοὺς ; μαθητὰς ὀπίσω ; αὐτῶν.
لِكَيْ تَكُونُوا بِلاَ لَوْمٍ، وَبُسَطَاءَ، أَوْلاَدًا ِللهِ بِلاَ عَيْبٍ فِي وَسَطِ جِيل مُعَوَّجٍ وَمُلْتَوٍ، تُضِيئُونَ بَيْنَهُمْ كَأَنْوَارٍ فِي الْعَالَمِ.
ἵνα γένησθε ἄμεμπτοι καὶ ; ἀκέραιοι, τέκνα θεοῦ ἀμώμητα ἐν μέσῳ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ ; διεστραμμένης φαίνεσθε ἐν ; οἷς ὡς ; φωστῆρες ἐν κόσμῳ,