ك
إصحاح
G5301
G5302. hysteréō
G5303
المعنى المختصر للكلمة
hysteréō: to be later, i.e. (by implication) to be inferior
اللفظ الأصلي ὑστερέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hysteréō (hoos-ter-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 16 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to be later, i.e. (by implication) to be inferior
2 generally, to fall short (be deficient)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
come behind (short) be destitute fail lack suffer need (be in) want be the worse

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὑστερῶν (1×) ὑστερῶ;¶ (1×) ὑστερήσατε; (1×) ὑστερήσαντος (1×) ὑστερούμενοι, (1×) ὑστερούμεθα, (1×) ὑστερηκέναι. (1×) ὑστερηκέναι (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (16 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 19: 20 Mat.19.20
قَالَ لَهُ الشَّابُّ: هذِهِ كُلُّهَا حَفِظْتُهَا مُنْذُ حَدَاثَتِي. فَمَاذَا يُعْوِزُني بَعْدُ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; νεανίσκος· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός ; μου, τί ὑστερῶ;¶ ἔτι
فَنَظَرَ إِلَيْهِ يَسُوعُ وَأَحَبَّهُ، وَقَالَ لَهُ: يُعْوِزُكَ شَيْءٌ وَاحِدٌ: اِذْهَبْ بِعْ كُلَّ مَا لَكَ وَأَعْطِ الْفُقَرَاءَ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي حَامِلاً الصَّلِيبَ.
δὲ ; ἐμβλέψας αὐτῷ Ὁ ; Ἰησοῦς ἠγάπησεν ; αὐτὸν καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· σοί; ὑστερεῖ· ἕν ὕπαγε, πώλησον ὅσα ἔχεις καὶ ; δὸς τοῖς ; πτωχοῖς καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ. καὶ ; δεῦρο, ἀκολούθει ; μοι ἄρας τὸν ; σταυρόν.
فَلَمَّا أَنْفَقَ كُلَّ شَيْءٍ، حَدَثَ جُوعٌ شَدِيدٌ فِي تِلْكَ الْكُورَةِ، فَابْتَدَأَ يَحْتَاجُ.
δὲ δαπανήσαντος ; αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ ἐκείνην, τὴν ; χώραν καὶ ; αὐτὸς ; ἤρξατο ὑστερεῖσθαι.
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: حِينَ أَرْسَلْتُكُمْ بِلاَ كِيسٍ وَلاَ مِزْوَدٍ وَلاَ أَحْذِيَةٍ، هَلْ أَعْوَزَكُمْ شَيْءٌ. فَقَالُوا: لاَ.
Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὅτε ἀπέστειλα ; ὑμᾶς ἄτερ βαλλαντίου καὶ πήρας καὶ ὑποδημάτων, μή ὑστερήσατε; τινος οἱ ; δὲ ; εἶπαν· οὐθενός.
وَلَمَّا فَرَغَتِ الْخَمْرُ، قَالَتْ أُمُّ يَسُوعَ لَهُ: لَيْسَ لَهُمْ خَمْرٌ.
καὶ ὑστερήσαντος οἴνου λέγει ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰησοῦ πρὸς ; αὐτόν· οὐκ ἔχουσιν. οἶνον
إِذِ الْجَمِيعُ أَخْطَأُوا وَأَعْوَزَهُمْ مَجْدُ اللهِ،
γὰρ πάντες ἥμαρτον καὶ ; ὑστεροῦνται τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ
حَتَّى إِنَّكُمْ لَسْتُمْ نَاقِصِينَ فِي مَوْهِبَةٍ مَا، وَأَنْتُمْ مُتَوَقِّعُونَ اسْتِعْلاَنَ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ،
ὥστε ὑμᾶς μὴ ὑστερεῖσθαι ἐν χαρίσματι μηδενὶ ἀπεκδεχομένους τὴν ; ἀποκάλυψιν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ·
وَلكِنَّ الطَّعَامَ لاَ يُقَدِّمُنَا إِلَى اللهِ، لأَنَّنَا إِنْ أَكَلْنَا لاَ نَزِيدُ وَإِنْ لَمْ نَأْكُلْ لاَ نَنْقُصُ.
δὲ βρῶμα οὐ ἡμᾶς ; παρίστησιν τῷ ; θεῷ· γὰρ ἐὰν φάγωμεν οὔτε περισσεύομεν.¶ ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα,
وَأَمَّا الْجَمِيلَةُ فِينَا فَلَيْسَ لَهَا احْتِيَاجٌ. لكِنَّ اللهَ مَزَجَ الْجَسَدَ، مُعْطِيًا النَّاقِصَ كَرَامَةً أَفْضَلَ،
δὲ τὰ ; εὐσχήμονα ἡμῶν οὐ ἔχει. χρείαν ἀλλὰ ὁ ; θεὸς συνεκέρασεν τὸ ; σῶμα δοὺς τῷ ; ὑστεροῦντι τιμήν, περισσοτέραν
لأَنِّي أَحْسِبُ أَنِّي لَمْ أَنْقُصْ شَيْئًا عَنْ فَائِقِي الرُّسُلِ.
γὰρ Λογίζομαι ὑστερηκέναι μηδὲν τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων.
سَلَبْتُ كَنَائِسَ أُخْرَى آخِذًا أُجْرَةً لأَجْلِ خِدْمَتِكُمْ، وَإِذْ كُنْتُ حَاضِرًا عِنْدَكُمْ وَاحْتَجْتُ، لَمْ أُثَقِّلْ عَلَى أَحَدٍ.
ἐσύλησα ἐκκλησίας ἄλλας λαβὼν ὀψώνιον πρὸς τὴν ; ὑμῶν ; διακονίαν, καὶ παρὼν πρὸς ; ὑμᾶς καὶ ; ὑστερηθεὶς οὐ κατενάρκησα οὐθενός·
قَدْ صِرْتُ غَبِيًّا وَأَنَا أَفْتَخِرُ. أَنْتُمْ أَلْزَمْتُمُونِي. لأَنَّهُ كَانَ يَنْبَغِي أَنْ أُمْدَحَ مِنْكُمْ، إِذْ لَمْ أَنْقُصْ شَيْئًا عَنْ فَائِقِي الرُّسُلِ، وَإِنْ كُنْتُ لَسْتُ شَيْئًا.
Γέγονα ἄφρων ἐγὼ καυχώμενος· ὑμεῖς με ; ἠναγκάσατε. γὰρ ὤφειλον συνίστασθαι· ὑφ᾽ ; ὑμῶν γὰρ οὐδὲν ; ὑστέρησα τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων, εἰ ; καὶ εἰμι. οὐδέν
أَعْرِفُ أَتَّضِعَ وَأَعْرِفُ أَيْضًا أَنْ أَسْتَفْضِلَ. فِي كُلِّ شَيْءٍ وَفِي جَمِيعِ الأَشْيَاءِ قَدْ تَدَرَّبْتُ أَنْ أَشْبَعَ وَأَنْ أَجُوعَ، وَأَنْ أَسْتَفْضِلَ وَأَنْ أَنْقُصَ.
οἶδα ταπεινοῦσθαι, οἶδα καὶ περισσεύειν· ἐν παντὶ καὶ ; ἐν πᾶσιν μεμύημαι καὶ χορτάζεσθαι καὶ πεινᾶν καὶ περισσεύειν καὶ ὑστερεῖσθαι·
فَلْنَخَفْ، أَنَّهُ مَعَ بَقَاءِ وَعْدٍ بِالدُّخُولِ إِلَى رَاحَتِهِ، يُرَى أَحَدٌ مِنْكُمْ أَنَّهُ قَدْ خَابَ مِنْهُ.
Φοβηθῶμεν οὖν μήποτε καταλειπομένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ, δοκῇ τις ἐξ ; ὑμῶν ὑστερηκέναι.
رُجِمُوا، نُشِرُوا، جُرِّبُوا، مَاتُوا قَتْلاً بِالسَّيْفِ، طَافُوا فِي جُلُودِ غَنَمٍ وَجُلُودِ مِعْزَى، مُعْتَازِينَ مَكْرُوبِينَ مُذَلِّينَ،
ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἀπέθανον· φόνῳ ; ἐν μαχαίρης περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν ; δέρμασιν, αἰγείοις ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι,
مُلاَحِظِينَ لِئَلاَّ يَخِيبَ أَحَدٌ مِنْ نِعْمَةِ اللهِ. لِئَلاَّ يَطْلُعَ أَصْلُ مَرَارَةٍ وَيَصْنَعَ انْزِعَاجًا، فَيَتَنَجَّسَ بِهِ كَثِيرُونَ.
ἐπισκοποῦντες μή ὑστερῶν τις ἀπὸ τῆς ; χάριτος τοῦ ; θεοῦ, μή ἄνω ; φύουσα τις ; ῥίζα πικρίας ἐνοχλῇ, καὶ ; μιανθῶσιν δι᾽ ; ταύτης πολλοί·