ك
إصحاح
G3580
G3581. xénos
G3582
المعنى المختصر للكلمة
xénos: foreign (literally, alien, or figuratively, novel)
اللفظ الأصلي ξένος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق xénos (xen-os)
تكرار الورود في الكتاب 13 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل
1 foreign (literally, alien, or figuratively, novel)
2 by implication, a guest or (vice-versa) entertainer
الإنجليزية — KJV Translation Tags
host strange(-r)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ξένος (2×) ξένον (2×) καὶ ; ξένοι (2×) ἐστὲ ; ξένοι (1×) τοῖς ; ξένοις. (1×) τοὺς; ξένους, (1×) ξένων (1×) ξένου (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (13 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 25: 35 Mat.25.35
لأَنِّي جُعْتُ فَأَطْعَمْتُمُونِي. عَطِشْتُ فَسَقَيْتُمُونِي. كُنْتُ غَرِيبًا فَآوَيْتُمُونِي.
γὰρ ἐπείνασα καὶ ; ἐδώκατέ ; μοι ; φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ; ἐποτίσατέ ; με, ἤμην ξένος καὶ ; συνηγάγετέ ; με,
متى 25: 38 Mat.25.38
وَمَتَى رَأَيْنَاكَ غَرِيبًا فَآوَيْنَاكَ، أَوْ عُرْيَانًا فَكَسَوْنَاكَ.
δέ ; πότε εἴδομεν ; σε ξένον καὶ ; συνηγάγομεν ἢ γυμνὸν καὶ ; περιεβάλομεν;
متى 25: 43 Mat.25.43
كُنْتُ غَرِيبًا فَلَمْ تَأْوُونِي. عُرْيَانًا فَلَمْ تَكْسُونِي. مَرِيضًا وَمَحْبُوسًا فَلَمْ تَزُورُونِي.
ἤμην ξένος καὶ ; οὐ συνηγάγετέ ; με, γυμνὸς καὶ ; οὐ περιεβάλετέ ; με, ἀσθενὴς καὶ ; ἐν ; φυλακῇ καὶ ; οὐκ ἐπεσκέψασθέ ; με.¶
متى 25: 44 Mat.25.44
حِينَئِذٍ يُجِيبُونَهُ هُمْ أَيْضًا قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، مَتَى رَأَيْنَاكَ جَائِعًا أَوْ عَطْشَانًا أَوْ غَرِيبًا أَوْ عُرْيَانًا أَوْ مَرِيضًا أَوْ مَحْبُوسًا وَلَمْ نَخْدِمْكَ.
Τότε ἀποκριθήσονται ; αὐτῷ αὐτοὶ καὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε ; εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν ; φυλακῇ καὶ ; οὐ διηκονήσαμέν ; σοι;¶
فَتَشَاوَرُوا وَاشْتَرَوْا بِهَا حَقْلَ الْفَخَّارِيِّ مَقْبَرَةً لِلْغُرَبَاءِ.
Συμβούλιον ; δὲ ; λαβόντες ἠγόρασαν ἐξ ; αὐτῶν τὸν ; ἀγρὸν τοῦ ; κεραμέως εἰς ; ταφὴν τοῖς ; ξένοις.
فَقَابَلَهُ قَوْمٌ مِنَ الْفَلاَسِفَةِ الأَبِيكُورِيِّينَ وَالرِّوَاقِيِّينَ، وَقَالَ بَعْضٌ: تُرَى مَاذَا يُرِيدُ هذَا الْمِهْذَارُ أَنْ يَقُولَ. وَبَعْضٌ: إِنَّهُ يَظْهَرُ مُنَادِيًا بِآلِهَةٍ غَرِيبَةٍ. لأَنَّهُ كَانَ يُبَشِّرُهُمْ بِيَسُوعَ وَالْقِيَامَةِ.
δὲ ; καὶ ; συνέβαλλον ; αὐτῷ· τινὲς τῶν φιλοσόφων Ἐπικουρείων καὶ ; τῶν ; Στοϊκῶν καί ; ἔλεγον· τινες τί ; ἂν θέλοι οὗτος σπερμολόγος λέγειν; οἱ ; δέ· δοκεῖ ; εἶναι· καταγγελεὺς δαιμονίων ξένων ὅτι αὐτοῖς ; εὐηγγελίζετο.¶ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; τὴν ; ἀνάστασιν
أَمَّا الأَثِينِوِيُّونَ أَجْمَعُونَ وَالْغُرَبَاءُ الْمُسْتَوْطِنُونَ، يَتَفَرَّغُونَ لِشَيْءٍ آخَرَ، إِلاَّ لأَنْ يَتَكَلَّمُوا أَوْ يَسْمَعُوا شَيْئًا حَديثًا.
δὲ Ἀθηναῖοι πάντες καὶ ; ξένοι οἱ ; ἐπιδημοῦντες ηὐκαίρουν εἰς ; οὐδὲν ἕτερον ἢ λέγειν ; τι καὶ ἀκούειν τι καινότερον.¶
أَنَّكُمْ كُنْتُمْ فِي ذلِكَ الْوَقْتِ بِدُونِ مَسِيحٍ، أَجْنَبِيِّينَ عَنْ رَعَوِيَّةِ إِسْرَائِيلَ، وَغُرَبَاءَ عَنْ عُهُودِ الْمَوْعِدِ، لاَ رَجَاءَ لَكُمْ، وَبِلاَ إِلهٍ فِي الْعَالَمِ.
ὅτι ἦτε ἐν τῷ ; καιρῷ ; ἐκείνῳ χωρὶς Χριστοῦ ἀπηλλοτριωμένοι τῆς πολιτείας τοῦ ; Ἰσραὴλ καὶ ; ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ; ἐπαγγελίας, μὴ ἐλπίδα ἔχοντες καὶ ; ἄθεοι ἐν τῷ ; κόσμῳ·
فَلَسْتُمْ إِذًا بَعْدُ غُرَبَاءَ وَنُزُلاً، بَلْ رَعِيَّةٌ مَعَ الْقِدِّيسِينَ وَأَهْلِ بَيْتِ اللهِ،
Ἄρα ; οὖν ; οὐκέτι ἐστὲ ; ξένοι καὶ ; πάροικοι, ἀλλ᾽ συμπολῖται τῶν ; ἁγίων καὶ ; οἰκεῖοι τοῦ ; θεοῦ
فِي الإِيمَانِ مَاتَ هؤُلاَءِ أَجْمَعُونَ، وَهُمْ لَمْ يَنَالُوا الْمَوَاعِيدَ، بَلْ مِنْ بَعِيدٍ نَظَرُوهَا وَصَدَّقُوهَا وَحَيُّوهَا، وَأَقَرُّوا بِأَنَّهُمْ غُرَبَاءُ وَنُزَلاَءُ عَلَى الأَرْضِ.
Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες μὴ λαβόντες τὰς ; ἐπαγγελίας ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ; ἰδόντες καὶ ; πεισθέντες καὶ ; ἀσπασάμενοι καὶ ; ὁμολογήσαντες ὅτι ; εἰσιν ξένοι καὶ ; παρεπίδημοί ἐπὶ τῆς ; γῆς.
لاَ تُسَاقُوا بِتَعَالِيمَ مُتَنَوِّعَةٍ وَغَرِيبَةٍ، لأَنَّهُ حَسَنٌ أَنْ يُثَبَّتَ الْقَلْبُ بِالنِّعْمَةِ، لاَ بِأَطْعِمَةٍ لَمْ يَنْتَفِعْ بِهَا الَّذِينَ تَعَاطَوْهَا.
μὴ περιφέρεσθε διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ; ξέναις γὰρ καλὸν βεβαιοῦσθαι τὴν ; καρδίαν χάριτι οὐ βρώμασιν οὐκ ὠφελήθησαν ἐν ; οἷς οἱ περιπατήσαντες
أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ، لاَ تَسْتَغْرِبُوا الْبَلْوَى الْمُحْرِقَةَ الَّتِي بَيْنَكُمْ حَادِثَةٌ، لأَجْلِ امْتِحَانِكُمْ، كَأَنَّهُ أَصَابَكُمْ أَمْرٌ غَرِيبٌ،
Ἀγαπητοί, μὴ ξενίζεσθε πυρώσει τῇ ὑμῖν ; ἐν γινομένῃ πρὸς πειρασμὸν ; ὑμῖν ὡς ὑμῖν ; συμβαίνοντος· ξένου
أَيُّهَا الْحَبِيبُ، أَنْتَ تَفْعَلُ بِالأَمَانَةِ كُلَّ مَا تَصْنَعُهُ إِلَى الإِخْوَةِ وَإِلَى الْغُرَبَاءِ،
ἀγαπητέ, ποιεῖς πιστὸν ὃ ; ἐὰν ἐργάσῃ εἰς τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ ; εἰς τοὺς; ξένους,