ك
إصحاح
G3041
G3042. limós
G3043
المعنى المختصر للكلمة
limós: a scarcity of food
اللفظ الأصلي λιμός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق limós (lee-mos)
تكرار الورود في الكتاب 12 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a scarcity of food

الإنجليزية — KJV Translation Tags
dearth famine hunger

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

λιμὸς (4×) λιμῷ (2×) λιμοὶ (2×) λιμὸν (1×) λιμοί (1×) καὶ ; ἐν ; λιμῷ (1×) καὶ ; λιμός, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (12 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لأَنَّهُ تَقُومُ أُمَّةٌ عَلَى أُمَّةٍ وَمَمْلَكَةٌ عَلَى مَمْلَكَةٍ، وَتَكُونُ مَجَاعَاتٌ وَأَوْبِئَةٌ وَزَلاَزِلُ فِي أَمَاكِنَ.
γὰρ Ἐγερθήσεται ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ ; βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ; ἔσονται λιμοὶ καὶ ; λοιμοὶ καὶ ; σεισμοὶ κατὰ τόπους.
لأَنَّهُ تَقُومُ أُمَّةٌ عَلَى أُمَّةٍ، وَمَمْلَكَةٌ عَلَى مَمْلَكَةٍ، وَتَكُونُ زَلاَزِلُ فِي أَمَاكِنَ، وَتَكُونُ مَجَاعَاتٌ وَاضْطِرَابَاتٌ. هذِهِ مُبْتَدَأُ الأَوْجَاعِ.
γὰρ ἐγερθήσεται ἔθνος ἐπ᾽ ἔθνος καὶ ; βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν· καὶ ; ἔσονται σεισμοὶ κατὰ τόπους· καὶ ; ἔσονται λιμοί καὶ ; ταραχαί· ταῦτα.¶ ἀρχαὶ ὠδίνων
وَبِالْحَقِّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ أَرَامِلَ كَثِيرَةً كُنَّ فِي إِسْرَائِيلَ فِي أَيَّامِ إِيلِيَّا حِينَ أُغْلِقَتِ السَّمَاءُ مُدَّةَ ثَلاَثِ سِنِينَ وَسِتَّةِ أَشْهُرٍ، لَمَّا كَانَ جُوعٌ عَظِيمٌ فِي الأَرْضِ كُلِّهَا،
ἐπ᾽ ; ἀληθείας ; δὲ λέγω ὑμῖν· χῆραι πολλαὶ ἦσαν ἐν τῷ ; Ἰσραὴλ ἐν ταῖς ; ἡμέραις Ἠλίου ὅτε ἐκλείσθη ὁ ; οὐρανὸς ἐπὶ τρία ἔτη καὶ ; ἕξ, μῆνας ὡς ἐγένετο λιμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ; γῆν· πᾶσαν
فَلَمَّا أَنْفَقَ كُلَّ شَيْءٍ، حَدَثَ جُوعٌ شَدِيدٌ فِي تِلْكَ الْكُورَةِ، فَابْتَدَأَ يَحْتَاجُ.
δὲ δαπανήσαντος ; αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ ἐκείνην, τὴν ; χώραν καὶ ; αὐτὸς ; ἤρξατο ὑστερεῖσθαι.
فَرَجَعَ إِلَى نَفْسِهِ وَقَالَ: كَمْ مِنْ أَجِيرٍ لأَبِي يَفْضُلُ عَنْهُ الْخُبْزُ وَأَنَا أَهْلِكُ جُوعًا.
δὲ ; ἐλθὼν εἰς ἑαυτὸν εἶπεν πόσοι μίσθιοι τοῦ ; πατρός ; μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ ; δὲ ἀπόλλυμαι. λιμῷ
وَتَكُونُ زَلاَزِلُ عَظِيمَةٌ فِي أَمَاكِنَ، وَمَجَاعَاتٌ وَأَوْبِئَةٌ. وَتَكُونُ مَخَاوِفُ وَعَلاَمَاتٌ عَظِيمَةٌ مِنَ السَّمَاءِ.
ἔσονται, σεισμοί τε ; μεγάλοι καὶ ; κατὰ τόπους λιμοὶ καὶ ; λοιμοὶ ἔσται.¶ φόβητρά καὶ ; σημεῖα μεγάλα ἀπ᾽ οὐρανοῦ
ثُمَّ أَتَى جُوعٌ عَلَى كُلِّ أَرْضِ مِصْرَ وَكَنْعَانَ، وَضِيقٌ عَظِيمٌ، فَكَانَ آبَاؤُنَا لاَ يَجِدُونَ قُوتًا.
δὲ ἦλθεν λιμὸς ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; γῆν Αἰγύπτου καὶ ; Χανάαν καὶ ; θλῖψις μεγάλη καὶ οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν.¶ οὐχ ηὕρισκον χορτάσματα
وَقَامَ وَاحِدٌ مِنْهُمُ اسْمُهُ أَغَابُوسُ، وَأَشَارَ بِالرُّوحِ أَنَّ جُوعًا عَظِيمًا كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَصِيرَ عَلَى جَمِيعِ الْمَسْكُونَةِ، الَّذِي صَارَ أَيْضًا فِي أَيَّامِ كُلُودِيُوسَ قَيْصَرَ.
ἀναστὰς ; δὲ εἷς ἐξ ; αὐτῶν ὀνόματι Ἅγαβος ἐσήμανεν διὰ ; τοῦ ; πνεύματος λιμὸν μέγαν ἔσεσθαι ; μέλλειν ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; οἰκουμένην, ὅστις ἐγένετο καὶ ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος.
مَنْ سَيَفْصِلُنَا عَنْ مَحَبَّةِ الْمَسِيحِ. أَشِدَّةٌ أَمْ ضَيْقٌ أَمِ اضْطِهَادٌ أَمْ جُوعٌ أَمْ عُرْيٌ أَمْ خَطَرٌ أَمْ سَيْفٌ.
Τίς ἡμᾶς ; χωρίσει ἀπὸ τῆς ; ἀγάπης τοῦ ; Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;
فِي تَعَبٍ وَكَدٍّ، فِي أَسْهَارٍ مِرَارًا كَثِيرَةً، فِي جُوعٍ وَعَطَشٍ، فِي أَصْوَامٍ مِرَارًا كَثِيرَةً، فِي بَرْدٍ وَعُرْيٍ.
ἐν κόπῳ καὶ ; μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ ; δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ ; γυμνότητι·
فَنَظَرْتُ وَإِذَا فَرَسٌ أَخْضَرُ، وَالْجَالِسُ عَلَيْهِ اسْمُهُ الْمَوْتُ، وَالْهَاوِيَةُ تَتْبَعُهُ، وَأُعْطِيَا سُلْطَانًا عَلَى رُبْعِ الأَرْضِ أَنْ يَقْتُلاَ بِالسَّيْفِ وَالْجُوعِ وَالْمَوْتِ وَبِوُحُوشِ الأَرْضِ.
καὶ ; εἶδον καὶ ; ἰδοὺ ἵππος χλωρὸς καὶ ; ὁ ; καθήμενος ἐπάνω ; αὐτοῦ ὄνομα ; αὐτῷ ὁ ; θάνατος. καὶ ; ὁ ; ᾅδης ἀκολούθει καὶ ; ἐδόθη ἐξουσία ἐπὶ τὸ ; τέταρτον τῆς ; γῆς ἀποκτεῖναι ἐν ; ῥομφαίᾳ καὶ ; ἐν ; λιμῷ καὶ ; ἐν ; θανάτῳ καὶ ; ὑπὸ ; τῶν ; θηρίων τῆς ; γῆς.¶
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ فِي يَوْمٍ وَاحِدٍ سَتَأْتِي ضَرَبَاتُهَا: مَوْتٌ وَحُزْنٌ وَجُوعٌ، وَتَحْتَرِقُ بِالنَّارِ، لأَنَّ الرَّبَّ الإِلهَ الَّذِي يَدِينُهَا قَوِيٌّ.
διὰ τοῦτο ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ ἥξουσιν αἱ ; πληγαὶ ; αὐτῆς, θάνατος καὶ ; πένθος καὶ ; λιμός, καὶ ; κατακαυθήσεται, ἐν ; πυρὶ ὅτι κύριος ὁ ; θεὸς ὁ ; αὐτήν.¶ ; κρίνων ἰσχυρὸς