المعنى المختصر للكلمة
kōphós:
blunted, i.e. (figuratively) of hearing (deaf) or speech
(dumb)
اللفظ الأصلي
κωφός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
kōphós
(ko-fos)
تكرار الورود في الكتاب
14
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G2875
κόπτω
•
kop-to
•
«وَيَنُوحُ»
المعنى والشرح المفصل
blunted, i.e. (figuratively) of hearing (deaf) or speech (dumb)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
deaf
dumb
speechless
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
κωφὸν (2×)
καὶ ; κωφὸν (2×)
ὁ ; κωφός. (1×)
ὁ ; κωφός, (1×)
τοὺς ; κωφοὺς (1×)
κωφός.¶ (1×)
κωφόν. (1×)
κωφούς, (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 9: 32
Mat.9.32
وَفِيمَا هُمَا خَارِجَانِ، إِذَا إِنْسَانٌ أَخْرَسُ مَجْنُونٌ قَدَّمُوهُ إِلَيْهِ.
δὲ Αὐτῶν ἐξερχομένων ἰδοὺ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον. προσήνεγκαν αὐτῷ
متى 9: 33
Mat.9.33
فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ قَائِلِينَ: لَمْ يَظْهَرْ مِثْلُ هذَا فِي إِسْرَائِيلَ.
καὶ ἐκβληθέντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός. καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι λέγοντες οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν Ἰσραήλ. ; τῷ
متى 11: 5
Mat.11.5
اَلْعُمْيُ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجُ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصُ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمُّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينُ يُبَشَّرُونَ.
τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, καὶ ; χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, καὶ ; κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, καὶ ; πτωχοὶ εὐαγγελίζονται·
متى 12: 22
Mat.12.22
حِينَئِذٍ أُحْضِرَ إِلَيْهِ مَجْنُونٌ أَعْمَى وَأَخْرَسُ فَشَفَاهُ، حَتَّى إِنَّ الأَعْمَى الأَخْرَسَ تَكَلَّمَ وَأَبْصَرَ.
Τότε προσηνέχθη αὐτῷ δαιμονιζόμενος τυφλὸς καὶ ; κωφός, καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτὸν ὥστε τὸν ; τυφλὸν καὶ ; κωφὸν καὶ ; λαλεῖν καὶ ; βλέπειν.
متى 12: 22
Mat.12.22
حِينَئِذٍ أُحْضِرَ إِلَيْهِ مَجْنُونٌ أَعْمَى وَأَخْرَسُ فَشَفَاهُ، حَتَّى إِنَّ الأَعْمَى الأَخْرَسَ تَكَلَّمَ وَأَبْصَرَ.
Τότε προσηνέχθη αὐτῷ δαιμονιζόμενος τυφλὸς καὶ ; κωφός, καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτὸν ὥστε τὸν ; τυφλὸν καὶ ; κωφὸν καὶ ; λαλεῖν καὶ ; βλέπειν.
متى 15: 30
Mat.15.30
فَجَاءَ إِلَيْهِ جُمُوعٌ كَثِيرَةٌ، مَعَهُمْ عُرْجٌ وَعُمْيٌ وَخُرْسٌ وَشُلٌّ وَآخَرُونَ كَثِيرُونَ، وَطَرَحُوهُمْ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ. فَشَفَاهُمْ
καὶ ; προσῆλθον αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἔχοντες ; μεθ᾽ ; ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κυλλούς, καὶ ; ἑτέρους πολλοὺς αὐτοὺς ; ἔρριψαν ; καὶ παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ; Ἰησοῦ· καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτοὺς
متى 15: 31
Mat.15.31
حَتَّى تَعَجَّبَ الْجُمُوعُ إِذْ رَأَوْا الْخُرْسَ يَتَكَلَّمُونَ، وَالشُّلَّ يَصِحُّونَ، وَالْعُرْجَ يَمْشُونَ، وَالْعُمْيَ يُبْصِرُونَ. وَمَجَّدُوا إِلهَ إِسْرَائِيلَ.
ὥστε θαυμάσαι τοὺς; ὄχλους βλέποντας κωφοὺς λαλοῦντας, κυλλοὺς ὑγιεῖς, χωλοὺς περιπατοῦντας, καὶ ; τυφλοὺς βλέποντας. ἐδόξασαν ; καὶ τὸν ; θεὸν Ἰσραήλ.¶
مرقس 7: 32
Mrk.7.32
وَجَاءُوا إِلَيْهِ بِأَصَمَّ أَعْقَدَ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَضَعَ يَدَهُ عَلَيْهِ.
καὶ ; φέρουσιν αὐτῷ κωφὸν μογιλάλον παρακαλοῦσιν ; καὶ αὐτὸν ἵνα ἐπιθῇ τὴν ; χεῖρα. αὐτῷ
مرقس 7: 37
Mrk.7.37
وَبُهِتُوا إِلَى الْغَايَةِ قَائِلِينَ: إِنَّهُ عَمِلَ كُلَّ شَيْءٍ حَسَنًا. جَعَلَ الصُّمَّ يَسْمَعُونَ وَالْخُرْسَ يَتَكَلَّمُونَ.
καὶ ; ἐξεπλήσσοντο ὑπερπερισσῶς λέγοντες· πεποίηκεν πάντα καλῶς ποιεῖ τοὺς ; κωφοὺς ἀκούειν καὶ ; τοὺς ; ἀλάλους λαλεῖν.¶
مرقس 9: 25
Mrk.9.25
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ أَنَّ الْجَمْعَ يَتَرَاكَضُونَ، انْتَهَرَ الرُّوحَ النَّجِسَ قَائِلاً لَهُ: الرُّوحُ الأَخْرَسُ الأَصَمُّ، أَنَا آمُرُكَ: اخْرُجْ مِنْهُ وَلاَ تَدْخُلْهُ أَيْضًا.
δὲ Ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ὄχλος, ἐπισυντρέχει ἐπετίμησεν τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· πνεῦμα, ; τὸ τὸ ; ἄλαλον καὶ ; κωφὸν ἐγὼ ἐπιτάσσω ; σοι· ἔξελθε ἐξ ; αὐτοῦ, καὶ εἰσέλθῃς ; εἰς ; αὐτόν. μηκέτι
لوقا 1: 22
Luk.1.22
فَلَمَّا خَرَجَ لَمْ يَسْتَطِعْ أَنْ يُكَلِّمَهُمْ، فَفَهِمُوا أَنَّهُ قَدْ رَأَى رُؤْيَا فِي الْهَيْكَلِ. فَكَانَ يُومِئُ إِلَيْهِمْ وَبَقِيَ صَامِتًا.
δὲ ἐξελθὼν οὐκ ἐδύνατο λαλῆσαι ; αὐτοῖς· καὶ ; ἐπέγνωσαν ὅτι ἑώρακεν ὀπτασίαν ἐν τῷ ; ναῷ. καὶ ; αὐτὸς ; ἦν διανεύων αὐτοῖς διέμενεν κωφός.¶
لوقا 7: 22
Luk.7.22
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُماَ: اذْهَبَا وَأَخْبِرَا يُوحَنَّا بِمَا رَأَيْتُمَا وَسَمِعْتُمَا: إِنَّ الْعُمْيَ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجَ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصَ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمَّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينَ يُبَشَّرُونَ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ εἴδετε καὶ ; ἠκούσατε· ὅτι τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, πτωχοὶ εὐαγγελίζονται,
لوقا 11: 14
Luk.11.14
وَكَانَ يُخْرِجُ شَيْطَانًا، وَكَانَ ذلِكَ أَخْرَسَ. فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ.
Καὶ ; ἦν ἐκβάλλων δαιμόνιον καὶ ; αὐτὸ ; ἦν κωφόν. ἐγένετο ; δὲ ἐξελθόντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός, καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι.¶
لوقا 11: 14
Luk.11.14
وَكَانَ يُخْرِجُ شَيْطَانًا، وَكَانَ ذلِكَ أَخْرَسَ. فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ.
Καὶ ; ἦν ἐκβάλλων δαιμόνιον καὶ ; αὐτὸ ; ἦν κωφόν. ἐγένετο ; δὲ ἐξελθόντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός, καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι.¶