ك
إصحاح
G2973
G2974. kōphós
G2975
المعنى المختصر للكلمة
kōphós: blunted, i.e. (figuratively) of hearing (deaf) or speech (dumb)
اللفظ الأصلي κωφός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kōphós (ko-fos)
تكرار الورود في الكتاب 14 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

blunted, i.e. (figuratively) of hearing (deaf) or speech (dumb)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
deaf dumb speechless

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κωφὸν (2×) καὶ ; κωφὸν (2×) ὁ ; κωφός. (1×) ὁ ; κωφός, (1×) τοὺς ; κωφοὺς (1×) κωφός.¶ (1×) κωφόν. (1×) κωφούς, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَفِيمَا هُمَا خَارِجَانِ، إِذَا إِنْسَانٌ أَخْرَسُ مَجْنُونٌ قَدَّمُوهُ إِلَيْهِ.
δὲ Αὐτῶν ἐξερχομένων ἰδοὺ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον. προσήνεγκαν αὐτῷ
فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ قَائِلِينَ: لَمْ يَظْهَرْ مِثْلُ هذَا فِي إِسْرَائِيلَ.
καὶ ἐκβληθέντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός. καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι λέγοντες οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν Ἰσραήλ. ; τῷ
اَلْعُمْيُ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجُ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصُ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمُّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينُ يُبَشَّرُونَ.
τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, καὶ ; χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, καὶ ; κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, καὶ ; πτωχοὶ εὐαγγελίζονται·
متى 12: 22 Mat.12.22
حِينَئِذٍ أُحْضِرَ إِلَيْهِ مَجْنُونٌ أَعْمَى وَأَخْرَسُ فَشَفَاهُ، حَتَّى إِنَّ الأَعْمَى الأَخْرَسَ تَكَلَّمَ وَأَبْصَرَ.
Τότε προσηνέχθη αὐτῷ δαιμονιζόμενος τυφλὸς καὶ ; κωφός, καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτὸν ὥστε τὸν ; τυφλὸν καὶ ; κωφὸν καὶ ; λαλεῖν καὶ ; βλέπειν.
متى 12: 22 Mat.12.22
حِينَئِذٍ أُحْضِرَ إِلَيْهِ مَجْنُونٌ أَعْمَى وَأَخْرَسُ فَشَفَاهُ، حَتَّى إِنَّ الأَعْمَى الأَخْرَسَ تَكَلَّمَ وَأَبْصَرَ.
Τότε προσηνέχθη αὐτῷ δαιμονιζόμενος τυφλὸς καὶ ; κωφός, καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτὸν ὥστε τὸν ; τυφλὸν καὶ ; κωφὸν καὶ ; λαλεῖν καὶ ; βλέπειν.
متى 15: 30 Mat.15.30
فَجَاءَ إِلَيْهِ جُمُوعٌ كَثِيرَةٌ، مَعَهُمْ عُرْجٌ وَعُمْيٌ وَخُرْسٌ وَشُلٌّ وَآخَرُونَ كَثِيرُونَ، وَطَرَحُوهُمْ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ. فَشَفَاهُمْ
καὶ ; προσῆλθον αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἔχοντες ; μεθ᾽ ; ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κυλλούς, καὶ ; ἑτέρους πολλοὺς αὐτοὺς ; ἔρριψαν ; καὶ παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ; Ἰησοῦ· καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτοὺς
متى 15: 31 Mat.15.31
حَتَّى تَعَجَّبَ الْجُمُوعُ إِذْ رَأَوْا الْخُرْسَ يَتَكَلَّمُونَ، وَالشُّلَّ يَصِحُّونَ، وَالْعُرْجَ يَمْشُونَ، وَالْعُمْيَ يُبْصِرُونَ. وَمَجَّدُوا إِلهَ إِسْرَائِيلَ.
ὥστε θαυμάσαι τοὺς; ὄχλους βλέποντας κωφοὺς λαλοῦντας, κυλλοὺς ὑγιεῖς, χωλοὺς περιπατοῦντας, καὶ ; τυφλοὺς βλέποντας. ἐδόξασαν ; καὶ τὸν ; θεὸν Ἰσραήλ.¶
وَجَاءُوا إِلَيْهِ بِأَصَمَّ أَعْقَدَ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَضَعَ يَدَهُ عَلَيْهِ.
καὶ ; φέρουσιν αὐτῷ κωφὸν μογιλάλον παρακαλοῦσιν ; καὶ αὐτὸν ἵνα ἐπιθῇ τὴν ; χεῖρα. αὐτῷ
وَبُهِتُوا إِلَى الْغَايَةِ قَائِلِينَ: إِنَّهُ عَمِلَ كُلَّ شَيْءٍ حَسَنًا. جَعَلَ الصُّمَّ يَسْمَعُونَ وَالْخُرْسَ يَتَكَلَّمُونَ.
καὶ ; ἐξεπλήσσοντο ὑπερπερισσῶς λέγοντες· πεποίηκεν πάντα καλῶς ποιεῖ τοὺς ; κωφοὺς ἀκούειν καὶ ; τοὺς ; ἀλάλους λαλεῖν.¶
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ أَنَّ الْجَمْعَ يَتَرَاكَضُونَ، انْتَهَرَ الرُّوحَ النَّجِسَ قَائِلاً لَهُ: الرُّوحُ الأَخْرَسُ الأَصَمُّ، أَنَا آمُرُكَ: اخْرُجْ مِنْهُ وَلاَ تَدْخُلْهُ أَيْضًا.
δὲ Ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ὄχλος, ἐπισυντρέχει ἐπετίμησεν τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· πνεῦμα, ; τὸ τὸ ; ἄλαλον καὶ ; κωφὸν ἐγὼ ἐπιτάσσω ; σοι· ἔξελθε ἐξ ; αὐτοῦ, καὶ εἰσέλθῃς ; εἰς ; αὐτόν. μηκέτι
فَلَمَّا خَرَجَ لَمْ يَسْتَطِعْ أَنْ يُكَلِّمَهُمْ، فَفَهِمُوا أَنَّهُ قَدْ رَأَى رُؤْيَا فِي الْهَيْكَلِ. فَكَانَ يُومِئُ إِلَيْهِمْ وَبَقِيَ صَامِتًا.
δὲ ἐξελθὼν οὐκ ἐδύνατο λαλῆσαι ; αὐτοῖς· καὶ ; ἐπέγνωσαν ὅτι ἑώρακεν ὀπτασίαν ἐν τῷ ; ναῷ. καὶ ; αὐτὸς ; ἦν διανεύων αὐτοῖς διέμενεν κωφός.¶
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُماَ: اذْهَبَا وَأَخْبِرَا يُوحَنَّا بِمَا رَأَيْتُمَا وَسَمِعْتُمَا: إِنَّ الْعُمْيَ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجَ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصَ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمَّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينَ يُبَشَّرُونَ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ εἴδετε καὶ ; ἠκούσατε· ὅτι τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, πτωχοὶ εὐαγγελίζονται,
وَكَانَ يُخْرِجُ شَيْطَانًا، وَكَانَ ذلِكَ أَخْرَسَ. فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ.
Καὶ ; ἦν ἐκβάλλων δαιμόνιον καὶ ; αὐτὸ ; ἦν κωφόν. ἐγένετο ; δὲ ἐξελθόντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός, καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι.¶
وَكَانَ يُخْرِجُ شَيْطَانًا، وَكَانَ ذلِكَ أَخْرَسَ. فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ.
Καὶ ; ἦν ἐκβάλλων δαιμόνιον καὶ ; αὐτὸ ; ἦν κωφόν. ἐγένετο ; δὲ ἐξελθόντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός, καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι.¶