ك
إصحاح
G896
G897. babylṓn
G898
المعنى المختصر للكلمة
babylṓn: Babylon, the capitol of Chaldæa (literally or figuratively (as a type of tyranny))
اللفظ الأصلي Βαβυλών
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق babylṓn (bab-oo-lone)
تكرار الورود في الكتاب 12 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

Babylon, the capitol of Chaldæa (literally or figuratively (as a type of tyranny))

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Babylon

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Βαβυλὼν (5×) Βαβυλῶνος (3×) Βαβυλῶνος.¶ (2×) καὶ ; Βαβυλὼν (1×) Βαβυλῶνι (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (12 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَيُوشِيَّا وَلَدَ يَكُنْيَا وَإِخْوَتَهُ عِنْدَ سَبْيِ بَابِلَ.
Ἰωσίας ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰεχονίαν καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ; μετοικεσίας Βαβυλῶνος.¶
وَبَعْدَ سَبْيِ بَابِلَ يَكُنْيَا وَلَدَ شَأَلْتِئِيلَ. وَشَأَلْتِئِيلُ وَلَدَ زَرُبَّابِلَ.
Μετὰ ; δὲ τὴν ; μετοικεσίαν Βαβυλῶνος Ἰεχονίας ἐγέννησεν τὸν ; Σαλαθιήλ· Σαλαθιὴλ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ζοροβαβέλ·
فَجَمِيعُ الأَجْيَالِ مِنْ إِبْراهِيمَ إِلَى دَاوُدَ أَرْبَعَةَ عَشَرَ جِيلاً، وَمِنْ دَاوُدَ إِلَى سَبْيِ بَابِلَ أَرْبَعَةَ عَشَرَ جِيلاً، وَمِنْ سَبْيِ بَابِلَ إِلَى الْمَسِيحِ أَرْبَعَةَ عَشَرَ جِيلاً.
Πᾶσαι ; οὖν αἱ ; γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυὶδ δεκατέσσαρες γενεαὶ ἀπὸ ; καὶ Δαυὶδ ἕως τῆς ; μετοικεσίας Βαβυλῶνος δεκατέσσαρες γενεαὶ καὶ ; ἀπὸ τῆς ; μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ ; Χριστοῦ δεκατέσσαρες.¶ γενεαὶ
فَجَمِيعُ الأَجْيَالِ مِنْ إِبْراهِيمَ إِلَى دَاوُدَ أَرْبَعَةَ عَشَرَ جِيلاً، وَمِنْ دَاوُدَ إِلَى سَبْيِ بَابِلَ أَرْبَعَةَ عَشَرَ جِيلاً، وَمِنْ سَبْيِ بَابِلَ إِلَى الْمَسِيحِ أَرْبَعَةَ عَشَرَ جِيلاً.
Πᾶσαι ; οὖν αἱ ; γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυὶδ δεκατέσσαρες γενεαὶ ἀπὸ ; καὶ Δαυὶδ ἕως τῆς ; μετοικεσίας Βαβυλῶνος δεκατέσσαρες γενεαὶ καὶ ; ἀπὸ τῆς ; μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ ; Χριστοῦ δεκατέσσαρες.¶ γενεαὶ
بَلْ حَمَلْتُمْ خَيْمَةَ مُولُوكَ، وَنَجْمَ إِلهِكُمْ رَمْفَانَ، التَّمَاثِيلَ الَّتِي صَنَعْتُمُوهَا لِتَسْجُدُوا لَهَا. فَأَنْقُلُكُمْ إِلَى مَا وَرَاءَ بَابِلَ.
καὶ ; ἀνελάβετε τὴν ; σκηνὴν τοῦ ; Μολὸχ καὶ ; τὸ ; ἄστρον τοῦ ; θεοῦ ; ὑμῶν Ῥαιφάν, τύπους ; τοὺς οὓς ἐποιήσατε προσκυνεῖν αὐτοῖς· ὑμᾶς ; μετοικιῶ ; καὶ ἐπέκεινα Βαβυλῶνος.¶
تُسَلِّمُ عَلَيْكُمُ الَّتِي فِي بَابِلَ الْمُخْتَارَةُ مَعَكُمْ، وَمَرْقُسُ ابْنِي.
Ἀσπάζεται ὑμᾶς ἡ ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτὴ καὶ ; Μᾶρκος ὁ ; υἱός ; μου.¶
ثُمَّ تَبِعَهُ مَلاَكٌ آخَرُ قَائِلاً: سَقَطَتْ. سَقَطَتْ بَابِلُ الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ، لأَنَّهَا سَقَتْ جَمِيعَ الأُمَمِ مِنْ خَمْرِ غَضَبِ زِنَاهَا..
Καὶ ἠκολούθησεν ἄγγελος ἄλλος λέγων· ἔπεσεν ἔπεσεν Βαβυλὼν ἡ ; πόλις ἡ ; μεγάλη ὅτι πεπότικεν πάντα τὰ ; ἔθνη.¶ ἐκ ; τοῦ ; οἴνου τοῦ ; θυμοῦ τῆς ; πορνείας ; αὐτῆς
وَصَارَتِ الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ ثَلاَثَةَ أَقْسَامٍ، وَمُدُنُ الأُمَمِ سَقَطَتْ، وَبَابِلُ الْعَظِيمَةُ ذُكِرَتْ أَمَامَ اللهِ لِيُعْطِيَهَا كَأْسَ خَمْرِ سَخَطِ غَضَبِهِ.
καὶ ; ἐγένετο ἡ ; πόλις ἡ ; μεγάλη εἰς ; τρία μέρη, καὶ ; αἱ ; πόλεις τῶν ; ἐθνῶν ἔπεσαν. καὶ ; Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη ἐμνήσθη ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ δοῦναι ; αὐτῇ τὸ ; ποτήριον τοῦ ; οἴνου τοῦ ; θυμοῦ τῆς ; ὀργῆς ; αὐτοῦ.
وَعَلَى جَبْهَتِهَا اسْمٌ مَكْتُوبٌ: سِرٌّ. بَابِلُ الْعَظِيمَةُ أُمُّ الزَّوَانِي وَرَجَاسَاتِ الأَرْضِ.
καὶ ; ἐπὶ τὸ ; μέτωπον ; αὐτῆς ὄνομα γεγραμμένον, μυστήριον, Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη, ἡ ; μήτηρ τῶν ; πορνῶν καὶ ; τῶν ; βδελυγμάτων τῆς ; γῆς.
وَصَرَخَ بِشِدَّةٍ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: سَقَطَتْ. سَقَطَتْ بَابِلُ الْعَظِيمَةُ. وَصَارَتْ مَسْكَنًا لِشَيَاطِينَ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ رُوحٍ نَجِسٍ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ طَائِرٍ نَجِسٍ وَمَمْقُوتٍ،
καὶ ; ἔκραξεν ἰσχύϊ ἐν ; φωνῇ μεγάλη λέγων· ἔπεσεν ἔπεσεν Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη καὶ ; ἐγένετο κατοικητήριον δαιμόνων καὶ ; φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ ; φυλακὴ παντὸς ὀρνέου ἀκαθάρτου καὶ ; μεμισημένου,
وَاقِفِينَ مِنْ بَعِيدٍ لأَجْلِ خَوْفِ عَذَابِهَا، قَائِلِينَ: وَيْلٌ. وَيْلٌ. الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ بَابِلُ. الْمَدِينَةُ الْقَوِيَّةُ. لأَنَّهُ فِي سَاعَةٍ وَاحِدَةٍ جَاءَتْ دَيْنُونَتُكِ.
ἑστηκότες ἀπὸ μακρόθεν διὰ τὸν ; φόβον τοῦ ; βασανισμοῦ ; αὐτῆς λέγοντες· οὐαὶ οὐαὶ ἡ ; πόλις ἡ ; μεγάλη Βαβυλὼν ἡ ; πόλις ἰσχυρά, ὅτι ἐν ὥρᾳ μιᾷ ἦλθεν ἡ ; κρίσις ; σου.
وَرَفَعَ مَلاَكٌ وَاحِدٌ قَوِيٌّ حَجَرًا كَرَحىً عَظِيمَةٍ، وَرَمَاهُ فِي الْبَحْرِ قَائِلاً: هكَذَا بِدَفْعٍ سَتُرْمَى بَابِلُ الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ، وَلَنْ تُوجَدَ فِي مَا بَعْدُ.
Καὶ ; ἦρεν ἄγγελος εἷς ἰσχυρὸς λίθον ὡς ; μύλον μέγαν καὶ ; ἔβαλεν εἰς τὴν ; θάλασσαν λέγων· οὕτως ὁρμήματι βληθήσεται Βαβυλὼν ἡ ; πόλις μεγάλη οὐ ; μὴ εὑρεθῇ ἔτι.