ك
إصحاح
G5525
G5526. chortázō
G5527
المعنى المختصر للكلمة
chortázō: to fodder, i.e. (generally) to gorge (supply food in abundance)
اللفظ الأصلي χορτάζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق chortázō (khor-tad-zo)
تكرار الورود في الكتاب 14 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to fodder, i.e. (generally) to gorge (supply food in abundance)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
feed fill satisfy

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

χορτάσαι (2×) χορτασθῆναι (2×) καὶ ; ἐχορτάσθησαν, (2×) ἐχορτάσθησαν (1×) χορτάζεσθαι (1×) χορτασθήσονται.¶ (1×) χορτασθήσεσθε.¶ (1×) καὶ ; ἐχορτάσθητε. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
طُوبَى لِلْجِيَاعِ وَالْعِطَاشِ إِلَى الْبِرِّ، لأَنَّهُمْ يُشْبَعُونَ.
Μακάριοι οἱ ; πεινῶντες καὶ ; διψῶντες τὴν ; δικαιοσύνην, ὅτι ; αὐτοὶ χορτασθήσονται.¶
متى 14: 20 Mat.14.20
فَأَكَلَ الْجَمِيعُ وَشَبِعُوا. ثُمَّ رَفَعُوا مَا فَضَلَ مِنَ الْكِسَرِ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ قُفَّةً مَمْلُوءةً.
καὶ ; ἔφαγον πάντες καὶ ; ἐχορτάσθησαν· καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων, δώδεκα κοφίνους πλήρεις.
متى 15: 33 Mat.15.33
فَقَالَ لَهُ تَلاَمِيذُهُ: مِنْ أَيْنَ لَنَا فِي الْبَرِّيَّةِ خُبْزٌ بِهذَا الْمِقْدَارِ، حَتَّى يُشْبِعَ جَمْعًا هذَا عَدَدُهُ.
καὶ ; λέγουσιν αὐτῷ οἱ ; μαθηταί ; αὐτοῦ· πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρημίᾳ ἄρτοι τοσοῦτοι ὥστε χορτάσαι ὄχλον τοσοῦτον;¶
متى 15: 37 Mat.15.37
فَأَكَلَ الْجَمِيعُ وَشَبِعُوا. ثُمَّ رَفَعُوا مَا فَضَلَ مِنَ الْكِسَرِ سَبْعَةَ سِلاَل مَمْلُوءَةٍ،
καὶ ; ἔφαγον πάντες καὶ ; ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν, τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας πλήρεις.
وَأَمَّا يَسُوعُ فَقَالَ لَهَا: دَعِي الْبَنِينَ أَوَّلاً يَشْبَعُونَ، لأَنَّهُ لَيْسَ حَسَنًا أَنْ يُؤْخَذَ خُبْزُ الْبَنِينَ وَيُطْرَحَ لِلْكِلاَبِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ἄφες τὰ ; τέκνα· πρῶτον χορτασθῆναι γάρ οὐ ἐστιν ; καλὸν λαβεῖν τὸν ; ἄρτον τῶν ; τέκνων καὶ ; βαλεῖν. τοῖς ; κυναρίοις
فَأَجَابَهُ تَلاَمِيذُهُ: مِنْ أَيْنَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يُشْبِعَ هؤُلاَءِ خُبْزًا هُنَا فِي الْبَرِّيَّةِ.
Καὶ ; ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ πόθεν δυνήσεταί τις χορτάσαι τούτους ἄρτων ὧδε ἐπ᾽ ἐρημίας;
فَأَكَلُوا وَشَبِعُوا. ثُمَّ رَفَعُوا فَضَلاَتِ الْكِسَرِ: سَبْعَةَ سِلاَل.
ἔφαγον ; δέ καὶ ; ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν περισσεύματα κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας.
طُوبَاكُمْ أَيُّهَا الْجِيَاعُ الآنَ، لأَنَّكُمْ تُشْبَعُونَ. طُوبَاكُمْ أَيُّهَا الْبَاكُونَ الآنَ، لأَنَّكُمْ سَتَضْحَكُونَ.
Μακάριοι οἱ ; πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε.¶ Μακάριοι οἱ ; κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε.¶
فَأَكَلُوا وَشَبِعُوا جَمِيعًا. ثُمَّ رُفِعَ مَا فَضَلَ عَنْهُمْ مِنَ الْكِسَرِ اثْنَتَا عَشْرَةَ قُفَّةً.
καὶ ; ἔφαγον καὶ ; ἐχορτάσθησαν πάντες, καὶ ἤρθη τὸ περισσεῦσαν αὐτοῖς κλασμάτων δώδεκα.¶ κόφινοι
وَيَشْتَهِي أَنْ يَشْبَعَ مِنَ الْفُتَاتِ السَّاقِطِ مِنْ مَائِدَةِ الْغَنِيِّ، بَلْ كَانَتِ الْكِلاَبُ تَأْتِي وَتَلْحَسُ قُرُوحَهُ.
καὶ ; ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ; ψιχίων τῶν ; πιπτόντων ἀπὸ τῆς ; τραπέζης τοῦ ; πλουσίου· ἀλλὰ ; καὶ οἱ ; κύνες ἐρχόμενοι ἐπέλειχον τὰ ; ἕλκη ; αὐτοῦ.¶
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: أَنْتُمْ تَطْلُبُونَنِي لَيْسَ لأَنَّكُمْ رَأَيْتُمْ آيَاتٍ، بَلْ لأَنَّكُمْ أَكَلْتُمْ مِنَ الْخُبْزِ فَشَبِعْتُمْ.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ζητεῖτέ ; με οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ᾽ ὅτι ἐφάγετε ἐκ ἄρτων ; τῶν καὶ ; ἐχορτάσθητε.
أَعْرِفُ أَتَّضِعَ وَأَعْرِفُ أَيْضًا أَنْ أَسْتَفْضِلَ. فِي كُلِّ شَيْءٍ وَفِي جَمِيعِ الأَشْيَاءِ قَدْ تَدَرَّبْتُ أَنْ أَشْبَعَ وَأَنْ أَجُوعَ، وَأَنْ أَسْتَفْضِلَ وَأَنْ أَنْقُصَ.
οἶδα ταπεινοῦσθαι, οἶδα καὶ περισσεύειν· ἐν παντὶ καὶ ; ἐν πᾶσιν μεμύημαι καὶ χορτάζεσθαι καὶ πεινᾶν καὶ περισσεύειν καὶ ὑστερεῖσθαι·
فَقَالَ لَهُمَا أَحَدُكُمُ: امْضِيَا بِسَلاَمٍ، اسْتَدْفِئَا وَاشْبَعَا وَلكِنْ لَمْ تُعْطُوهُمَا حَاجَاتِ الْجَسَدِ، فَمَا الْمَنْفَعَةُ.
εἴπῃ ; δέ αὐτοῖς τις ὑπάγετε εἰρήνῃ, ; ἐν θερμαίνεσθε καὶ ; χορτάζεσθε, δὲ μὴ δῶτε ; αὐτοῖς τὰ ; ἐπιτήδεια τοῦ ; σώματος, τί τὸ ; ὄφελος;
وَالْبَاقُونَ قُتِلُوا بِسَيْفِ الْجَالِسِ عَلَى الْفَرَسِ الْخَارِجِ مِنْ فَمِهِ، وَجَمِيعُ الطُّيُورِ شَبِعَتْ مِنْ لُحُومِهِمْ.
καὶ ; οἱ ; λοιποὶ ἀπεκτάνθησαν ἐν ; τῇ ; ῥομφαίᾳ τοῦ ; καθημένου ἐπὶ τοῦ ; ἵππου τῇ ; ἐκπορευομένῃ ἐκ τοῦ ; στόματος ; αὐτοῦ. καὶ ; πάντα τὰ ; ὄρνεα ἐχορτάσθησαν ἐκ σαρκῶν ; αὐτῶν.¶ ; τῶν