ك
إصحاح
G5437
G5438. phylakḗ
G5439
المعنى المختصر للكلمة
phylakḗ: a guarding or (concretely, guard), the act, the person
اللفظ الأصلي φυλακή
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق phylakḗ (foo-lak-ay)
تكرار الورود في الكتاب 43 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a guarding or (concretely, guard), the act, the person
2 figuratively, the place, the condition, or (specially), the time (as a division of day or night), literally or figuratively
الإنجليزية — KJV Translation Tags
cage hold (im-)prison(-ment) ward watch

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

φυλακὴν (8×) τῇ ; φυλακῇ (4×) φυλακῇ (3×) τὴν ; φυλακὴν (3×) ἐν ; φυλακῇ (2×) φυλακὰς (2×) φυλακαῖς (2×) τῆς ; φυλακῆς, (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (43 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَهُوَ إِذْ أَخَذَ وَصِيَّةً مِثْلَ هذِهِ، أَلْقَاهُمَا فِي السِّجْنِ الدَّاخِلِيِّ، وَضَبَطَ أَرْجُلَهُمَا فِي الْمِقْطَرَةِ.
ὃς εἰληφώς παραγγελίαν τοιαύτην ἔβαλεν ; αὐτοὺς εἰς τὴν ; φυλακὴν ἐσωτέραν καὶ ; ἠσφαλίσατο τοὺς ; πόδας ; αὐτῶν εἰς τὸ ; ξύλον.¶
وَلَمَّا اسْتَيْقَظَ حَافِظُ السِّجْنِ، وَرَأَى أَبْوَابَ السِّجْنِ مَفْتُوحَةً، اسْتَلَّ سَيْفَهُ وَكَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَقْتُلَ نَفْسَهُ، ظَانًّا أَنَّ الْمَسْجُونِينَ قَدْ هَرَبُوا.
δὲ ἔξυπνος ; γενόμενος ὁ ; δεσμοφύλαξ καὶ ; ἰδὼν τὰς ; θύρας τῆς ; φυλακῆς, ἀνεῳγμένας σπασάμενος τὴν ; μάχαιραν ἤμελλεν ἀναιρεῖν ἑαυτὸν νομίζων τοὺς ; δεσμίους.¶ ἐκπεφευγέναι
فَقَالَ لَهُمْ بُولُسُ: ضَرَبُونَا جَهْرًا غَيْرَ مَقْضِيٍّ عَلَيْنَا، وَنَحْنُ رَجُلاَنِ رُومَانِيَّانِ، وَأَلْقَوْنَا فِي السِّجْنِ. أَفَالآنَ يَطْرُدُونَنَا سِرًّا. كَلاَّ. بَلْ لِيَأْتُوا هُمْ أَنْفُسُهُمْ وَيُخْرِجُونَا.
δὲ ; ἔφη πρὸς ; αὐτούς· Ὁ ; Παῦλος δείραντες ; ἡμᾶς δημοσίᾳ ἀκατακρίτους, ὑπάρχοντας, ἀνθρώπους Ῥωμαίους ἔβαλαν εἰς φυλακήν, καὶ ; νῦν ἡμᾶς ; ἐκβάλλουσιν; λάθρᾳ οὐ γάρ, ; ἀλλ᾽ ἐλθόντες αὐτοὶ ἡμᾶς ; ἐξαγαγέτωσαν.
فَخَرَجَا مِنَ السِّجْنِ وَدَخَلاَ عِنْدَ لِيدِيَّةَ، فَأَبْصَرَا الإِخْوَةَ وَعَزَّيَاهُمْ ثُمَّ خَرَجَا.
Ἐξελθόντες ; δὲ ἐκ τῆς ; φυλακῆς εἰσῆλθον εἰς τὴν ; Λυδίαν· καὶ ; ἰδόντες τοὺς ; ἀδελφοὺς παρεκάλεσαν ; αὐτούς καὶ ; ἐξῆλθαν.¶
وَاضْطَهَدْتُ هذَا الطَّرِيقَ حَتَّى الْمَوْتِ، مُقَيِّدًا وَمُسَلِّمًا إِلَى السُّجُونِ رِجَالاً وَنِسَاءً،
ὃς ; ἐδίωξα ταύτην τὴν ; ὁδὸν ἄχρι θανάτου δεσμεύων καὶ ; παραδιδοὺς εἰς φυλακὰς ἄνδρας ; τε καὶ ; γυναῖκας,
وَفَعَلْتُ ذلِكَ أَيْضًا فِي أُورُشَلِيمَ، فَحَبَسْتُ فِي سُجُونٍ كَثِيرِينَ مِنَ الْقِدِّيسِينَ، آخِذًا السُّلْطَانَ مِنْ قِبَلِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ. وَلَمَّا كَانُوا يُقْتَلُونَ أَلْقَيْتُ قُرْعَةً بِذلِكَ.
ἐποίησα ὃ καὶ ἐν Ἱεροσολύμοις κατέκλεισα ἐν φυλακαῖς πολλούς τῶν ἁγίων λαβών, τὴν ; ἐξουσίαν παρὰ τῶν ; ἀρχιερέων ἀναιρουμένων ; τε ; αὐτῶν κατήνεγκα ; ψῆφον·
فِي ضَرَبَاتٍ، فِي سُجُونٍ، فِي اضْطِرَابَاتٍ، فِي أَتْعَابٍ، فِي أَسْهَارٍ، فِي أَصْوَامٍ،
ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις,
أَهُمْ خُدَّامُ الْمَسِيحِ. أَقُولُ كَمُخْتَلِّ الْعَقْلِ، فَأَنَا أَفْضَلُ: فِي الأَتْعَابِ أَكْثَرُ، فِي الضَّرَبَاتِ أَوْفَرُ، فِي السُّجُونِ أَكْثَرُ، فِي الْمِيتَاتِ مِرَارًا كَثِيرَةً.
εἰσιν; διάκονοι Χριστοῦ λαλῶ· παραφρονῶν ἐγώ. ὑπὲρ ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν φυλακαῖς περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις.
وَآخَرُونَ تَجَرَّبُوا فِي هُزُءٍ وَجَلْدٍ، ثُمَّ فِي قُيُودٍ أَيْضًا وَحَبْسٍ.
ἕτεροι ; δὲ πεῖραν ἐμπαιγμῶν καὶ ; μαστίγων ἔτι δεσμῶν δὲ καὶ ; φυλακῆς·
الَّذِي فِيهِ أَيْضًا ذَهَبَ فَكَرَزَ لِلأَرْوَاحِ الَّتِي فِي السِّجْنِ،
ᾧ ἐν καὶ πορευθεὶς ἐκήρυξεν τοῖς ; πνεύμασιν ἐν φυλακῇ
لاَ تَخَفِ الْبَتَّةَ مِمَّا أَنْتَ عَتِيدٌ أَنْ تَتَأَلَّمَ بِهِ. هُوَذَا إِبْلِيسُ مُزْمِعٌ أَنْ يُلْقِيَ بَعْضًا مِنْكُمْ فِي السِّجْنِ لِكَيْ تُجَرَّبُوا، وَيَكُونَ لَكُمْ ضِيْقٌ عَشَرَةَ أَيَّامٍ. كُنْ أَمِينًا إِلَى الْمَوْتِ فَسَأُعْطِيكَ إِكْلِيلَ الْحَيَاةِ.
μηδὲν ; φοβοῦ ἃ μέλλεις πάσχειν· ἰδοὺ ὁ ; διάβολος μέλλει βαλεῖν ἐξ ὑμῶν εἰς φυλακὴν ἵνα πειρασθῆτε, καὶ ἕξετε θλῖψιν δέκα. ἡμερῶν γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ ; δώσω τὸν ; στέφανον τῆς ; ζωῆς.
وَصَرَخَ بِشِدَّةٍ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: سَقَطَتْ. سَقَطَتْ بَابِلُ الْعَظِيمَةُ. وَصَارَتْ مَسْكَنًا لِشَيَاطِينَ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ رُوحٍ نَجِسٍ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ طَائِرٍ نَجِسٍ وَمَمْقُوتٍ،
καὶ ; ἔκραξεν ἰσχύϊ ἐν ; φωνῇ μεγάλη λέγων· ἔπεσεν ἔπεσεν Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη καὶ ; ἐγένετο κατοικητήριον δαιμόνων καὶ ; φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ ; φυλακὴ παντὸς ὀρνέου ἀκαθάρτου καὶ ; μεμισημένου,
وَصَرَخَ بِشِدَّةٍ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: سَقَطَتْ. سَقَطَتْ بَابِلُ الْعَظِيمَةُ. وَصَارَتْ مَسْكَنًا لِشَيَاطِينَ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ رُوحٍ نَجِسٍ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ طَائِرٍ نَجِسٍ وَمَمْقُوتٍ،
καὶ ; ἔκραξεν ἰσχύϊ ἐν ; φωνῇ μεγάλη λέγων· ἔπεσεν ἔπεσεν Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη καὶ ; ἐγένετο κατοικητήριον δαιμόνων καὶ ; φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ ; φυλακὴ παντὸς ὀρνέου ἀκαθάρτου καὶ ; μεμισημένου,