ك
إصحاح
G2324
G2325. therízō
G2326
المعنى المختصر للكلمة
therízō: to harvest
اللفظ الأصلي θερίζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق therízō (ther-id-zo)
تكرار الورود في الكتاب 21 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to harvest

الإنجليزية — KJV Translation Tags
reap

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

θερίσει (2×) θερίζουσιν (2×) ὁ ; θερίζων. (1×) ἡμεῖς ; θερίσομεν; (1×) τῶν ; θερισάντων (1×) τοῦ ; θερίσαι, (1×) καὶ ; ὁ ; θερίζων. (1×) καὶ ; ὁ ; θερίζων (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (21 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اُنْظُرُوا إِلَى طُيُورِ السَّمَاءِ: إِنَّهَا لاَ تَزْرَعُ وَلاَ تَحْصُدُ وَلاَ تَجْمَعُ إِلَى مَخَازِنَ، وَأَبُوكُمُ السَّمَاوِيُّ يَقُوتُهَا. أَلَسْتُمْ أَنْتُمْ بِالْحَرِيِّ أَفْضَلَ مِنْهَا.
ἐμβλέψατε εἰς τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ; ὁ ; πατὴρ ; ὑμῶν ὁ ; οὐράνιος τρέφει ; αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;
متى 25: 24 Mat.25.24
ثُمَّ جَاءَ أَيْضًا الَّذِي أَخَذَ الْوَزْنَةَ الْوَاحِدَةَ وَقَالَ: يَا سَيِّدُ، عَرَفْتُ أَنَّكَ إِنْسَانٌ قَاسٍ، تَحْصُدُ حَيْثُ لَمْ تَزْرَعْ، وَتَجْمَعُ مِنْ حَيْثُ لَمْ تَبْذُرْ.
δὲ προσελθὼν καὶ τὸ ὁ ; εἰληφὼς τάλαντον ἓν εἶπεν· κύριε, ἔγνων σε ; ὅτι ; εἶ ἄνθρωπος σκληρὸς θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ ; συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας·
متى 25: 26 Mat.25.26
فَأَجَابَ سَيِّدُهُ وَقَالَ لَهُ: أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ وَالْكَسْلاَنُ، عَرَفْتَ أَنِّي أَحْصُدُ حَيْثُ لَمْ أَزْرَعْ، وَأَجْمَعُ مِنْ حَيْثُ لَمْ أَبْذُرْ،
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· δοῦλε πονηρὲ καὶ ; ὀκνηρέ, ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ ; συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα;
تَأَمَّلُوا الْغِرْبَانَ: أَنَّهَا لاَ تَزْرَعُ وَلاَ تَحْصُدُ، وَلَيْسَ لَهَا مَخْدَعٌ وَلاَ مَخْزَنٌ، وَاللهُ يُقِيتُهَا. كَمْ أَنْتُمْ بِالْحَرِيِّ أَفْضَلُ مِنَ الطُّيُورِ.
κατανοήσατε τοὺς ; κόρακας ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐκ ; ἔστιν οἷς ἔστιν ; ταμεῖον οὐδὲ ἀποθήκη, καὶ ; ὁ ; θεὸς τρέφει ; αὐτούς· πόσῳ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε τῶν πετεινῶν;
لأَنِّي كُنْتُ أَخَافُ مِنْكَ، إِذْ أَنْتَ إِنْسَانٌ صَارِمٌ، تَأْخُذُ مَا لَمْ تَضَعْ وَتَحْصُدُ مَا لَمْ تَزْرَعْ.
ἐφοβούμην ; γάρ σε, ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρὸς ; εἶ· αἴρεις ὃ οὐκ ἔθηκας καὶ ; θερίζεις ὃ οὐκ ἔσπειρας.¶
فَقَالَ لَهُ: مِنْ فَمِكَ أَدِينُكَ أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ. عَرَفْتَ أَنِّي إِنْسَانٌ صَارِمٌ، آخُذُ مَا لَمْ أَضَعْ، وَأَحْصُدُ مَا لَمْ أَزْرَعْ،
Λέγει ; δὲ αὐτῷ· ἐκ τοῦ ; στόματός ; σου κρινῶ ; σε, δοῦλε. πονηρὲ ᾔδεις ὅτι ; ἐγὼ ἄνθρωπος αὐστηρός ; εἰμι αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα καὶ ; θερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα·
وَالْحَاصِدُ يَأْخُذُ أُجْرَةً وَيَجْمَعُ ثَمَرًا لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ، لِكَيْ يَفْرَحَ الزَّارِعُ وَالْحَاصِدُ مَعًا.
καὶ ; ὁ ; θερίζων λαμβάνει μισθὸν καὶ ; συνάγει καρπὸν εἰς ; ζωὴν αἰώνιον, ἵνα χαίρῃ καὶ ; ὁ ; σπείρων καὶ ; ὁ ; θερίζων. ὁμοῦ
وَالْحَاصِدُ يَأْخُذُ أُجْرَةً وَيَجْمَعُ ثَمَرًا لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ، لِكَيْ يَفْرَحَ الزَّارِعُ وَالْحَاصِدُ مَعًا.
καὶ ; ὁ ; θερίζων λαμβάνει μισθὸν καὶ ; συνάγει καρπὸν εἰς ; ζωὴν αἰώνιον, ἵνα χαίρῃ καὶ ; ὁ ; σπείρων καὶ ; ὁ ; θερίζων. ὁμοῦ
لأَنَّهُ فِي هذَا يَصْدُقُ الْقَوْلُ: إِنَّ وَاحِدًا يَزْرَعُ وَآخَرَ يَحْصُدُ.
γὰρ ἐν τούτῳ ἐστὶν ; ὁ ; ἀληθινός, ὁ ; λόγος ὅτι ἄλλος ἐστὶν ; ὁ ; σπείρων καὶ ; ἄλλος ὁ ; θερίζων.
أَنَا أَرْسَلْتُكُمْ لِتَحْصُدُوا مَا لَمْ تَتْعَبُوا فِيهِ. آخَرُونَ تَعِبُوا وَأَنْتُمْ قَدْ دَخَلْتُمْ عَلَى تَعَبِهِمْ.
ἐγὼ ἀπέστειλα ; ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς ; κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασιν, καὶ ; ὑμεῖς εἰσεληλύθατε. εἰς τὸν ; κόπον ; αὐτῶν
إِنْ كُنَّا نَحْنُ قَدْ زَرَعْنَا لَكُمُ الرُّوحِيَّاتِ، أَفَعَظِيمٌ إِنْ حَصَدْنَا مِنْكُمُ الْجَسَدِيَّاتِ.
εἰ ἡμεῖς ἐσπείραμεν, ὑμῖν τὰ ; πνευματικὰ μέγα εἰ ἡμεῖς ; θερίσομεν; ὑμῶν τὰ ; σαρκικὰ
هذَا وَإِنَّ مَنْ يَزْرَعُ بِالشُّحِّ فَبِالشُّحِّ أَيْضًا يَحْصُدُ، وَمَنْ يَزْرَعُ بِالْبَرَكَاتِ فَبِالْبَرَكَاتِ أَيْضًا يَحْصُدُ.
τοῦτο ; δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ; ὁ σπείρων ἐπ᾽ ; εὐλογίαις ἐπ᾽ ; εὐλογίαις καὶ θερίσει.
هذَا وَإِنَّ مَنْ يَزْرَعُ بِالشُّحِّ فَبِالشُّحِّ أَيْضًا يَحْصُدُ، وَمَنْ يَزْرَعُ بِالْبَرَكَاتِ فَبِالْبَرَكَاتِ أَيْضًا يَحْصُدُ.
τοῦτο ; δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ; ὁ σπείρων ἐπ᾽ ; εὐλογίαις ἐπ᾽ ; εὐλογίαις καὶ θερίσει.
لاَ تَضِلُّوا. اَللهُ لاَ يُشْمَخُ عَلَيْهِ. فَإِنَّ الَّذِي يَزْرَعُهُ الإِنْسَانُ إِيَّاهُ يَحْصُدُ أَيْضًا.
μὴ πλανᾶσθε, θεὸς οὐ μυκτηρίζεται· γὰρ ὃ ; ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο θερίσει· καὶ
لأَنَّ مَنْ يَزْرَعُ لِجَسَدِهِ فَمِنَ الْجَسَدِ يَحْصُدُ فَسَادًا، وَمَنْ يَزْرَعُ لِلرُّوحِ فَمِنَ الرُّوحِ يَحْصُدُ حَيَاةً أَبَدِيَّةً.
ὅτι ὁ σπείρων εἰς ; τὴν ; σάρκα ; ἑαυτοῦ ἐκ τῆς ; σαρκὸς θερίσει φθοράν, ὁ ; δὲ σπείρων εἰς ; τὸ ; πνεῦμα ἐκ τοῦ ; πνεύματος θερίσει ζωὴν αἰώνιον.
لأَنَّ مَنْ يَزْرَعُ لِجَسَدِهِ فَمِنَ الْجَسَدِ يَحْصُدُ فَسَادًا، وَمَنْ يَزْرَعُ لِلرُّوحِ فَمِنَ الرُّوحِ يَحْصُدُ حَيَاةً أَبَدِيَّةً.
ὅτι ὁ σπείρων εἰς ; τὴν ; σάρκα ; ἑαυτοῦ ἐκ τῆς ; σαρκὸς θερίσει φθοράν, ὁ ; δὲ σπείρων εἰς ; τὸ ; πνεῦμα ἐκ τοῦ ; πνεύματος θερίσει ζωὴν αἰώνιον.
فَلاَ نَفْشَلْ عَمَلِ الْخَيْرِ لأَنَّنَا سَنَحْصُدُ فِي وَقْتِهِ إِنْ كُنَّا لاَ نَكِلُّ.
δὲ ; μὴ ἐγκακῶμεν· ποιοῦντες τὸ ; καλὸν γὰρ θερίσομεν καιρῷ ; ἰδίῳ μὴ ἐκλυόμενοι.
هُوَذَا أُجْرَةُ الْفَعَلَةِ الَّذِينَ حَصَدُوا حُقُولَكُمُ، الْمَبْخُوسَةُ مِنْكُمْ تَصْرُخُ، وَصِيَاحُ الْحَصَّادِينَ قَدْ دَخَلَ إِلَى أُذْنَيْ رَبِّ الْجُنُودِ.
ἰδοὺ ὁ ; μισθὸς τῶν ; ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς ; χώρας ; ὑμῶν ὁ ; ἀπεστερημένος ἀφ᾽ ; ὑμῶν κράζει καὶ ; αἱ ; βοαὶ τῶν ; θερισάντων εἰσεληλύθασιν. εἰς τὰ ; ὦτα κυρίου σαβαὼθ
وَخَرَجَ مَلاَكٌ آخَرُ مِنَ الْهَيْكَلِ، يَصْرُخُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ إِلَى الْجَالِسِ عَلَى السَّحَابَةِ: أَرْسِلْ مِنْجَلَكَ وَاحْصُدْ، لأَنَّهُ قَدْ جَاءَتِ السَّاعَةُ لِلْحَصَادِ، إِذْ قَدْ يَبِسَ حَصِيدُ الأَرْضِ.
Καὶ ; ἐξῆλθεν ἄγγελος ἄλλος ἐκ τοῦ ; ναοῦ κράζων ἐν ; φωνῇ μεγάλῃ τῷ καθημένῳ ἐπὶ τῆς ; νεφέλης· πέμψον τὸ ; δρέπανόν ; σου καὶ ; θέρισον, ὅτι ἦλθεν ἡ ; ὥρα τοῦ ; θερίσαι, ὅτι ἐξηράνθη ὁ ; θερισμὸς τῆς ; γῆς.
وَخَرَجَ مَلاَكٌ آخَرُ مِنَ الْهَيْكَلِ، يَصْرُخُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ إِلَى الْجَالِسِ عَلَى السَّحَابَةِ: أَرْسِلْ مِنْجَلَكَ وَاحْصُدْ، لأَنَّهُ قَدْ جَاءَتِ السَّاعَةُ لِلْحَصَادِ، إِذْ قَدْ يَبِسَ حَصِيدُ الأَرْضِ.
Καὶ ; ἐξῆλθεν ἄγγελος ἄλλος ἐκ τοῦ ; ναοῦ κράζων ἐν ; φωνῇ μεγάλῃ τῷ καθημένῳ ἐπὶ τῆς ; νεφέλης· πέμψον τὸ ; δρέπανόν ; σου καὶ ; θέρισον, ὅτι ἦλθεν ἡ ; ὥρα τοῦ ; θερίσαι, ὅτι ἐξηράνθη ὁ ; θερισμὸς τῆς ; γῆς.
فَأَلْقَى الْجَالِسُ عَلَى السَّحَابَةِ مِنْجَلَهُ عَلَى الأَرْضِ، فَحُصِدَتِ الأَرْضُ.
καὶ ; ἔβαλεν ὁ ; καθήμενος ἐπὶ τὴν; νεφέλην τὸ ; δρέπανον ; αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ; γῆν, καὶ ; ἐθερίσθη ἡ ; γῆ.¶