ك
إصحاح
G172
G173. ákantha
G174
المعنى المختصر للكلمة
ákantha: a thorn
اللفظ الأصلي ἄκανθα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ákantha (ak-an-thah)
تكرار الورود في الكتاب 14 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a thorn

الإنجليزية — KJV Translation Tags
thorn

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀκανθῶν (4×) αἱ ; ἄκανθαι (3×) ἀκάνθας (2×) τὰς ; ἀκάνθας, (2×) τὰς ; ἀκάνθας (2×) τῶν ; ἀκανθῶν, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مِنْ ثِمَارِهِمْ تَعْرِفُونَهُمْ. هَلْ يَجْتَنُونَ مِنَ الشَّوْكِ عِنَبًا، أَوْ مِنَ الْحَسَكِ تِينًا.
ἀπὸ τῶν ; καρπῶν ; αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε ; αὐτούς. μήτι συλλέγουσιν ἀπὸ ἀκανθῶν σταφυλήν ἢ ἀπὸ τριβόλων σῦκα;
وَسَقَطَ آخَرُ عَلَى الشَّوْكِ، فَطَلَعَ الشَّوْكُ وَخَنَقَهُ.
δὲ ; ἔπεσεν ἄλλα ἐπὶ τὰς ; ἀκάνθας, καὶ ; ἀνέβησαν αἱ ; ἄκανθαι καὶ ; ἀπέπνιξαν; αὐτά.
وَسَقَطَ آخَرُ عَلَى الشَّوْكِ، فَطَلَعَ الشَّوْكُ وَخَنَقَهُ.
δὲ ; ἔπεσεν ἄλλα ἐπὶ τὰς ; ἀκάνθας, καὶ ; ἀνέβησαν αἱ ; ἄκανθαι καὶ ; ἀπέπνιξαν; αὐτά.
متى 13: 22 Mat.13.22
وَالْمَزْرُوعُ بَيْنَ الشَّوْكِ هُوَ الَّذِي يَسْمَعُ الْكَلِمَةَ، وَهَمُّ هذَا الْعَالَمِ وَغُرُورُ الْغِنَى يَخْنُقَانِ الْكَلِمَةَ فَيَصِيرُ بِلاَ ثَمَرٍ.
ὁ ; δὲ ; σπαρείς, εἰς τὰς ; ἀκάνθας οὗτός ; ἐστιν ὁ ἀκούων, τὸν ; λόγον καὶ ; ἡ ; μέριμνα τούτου τοῦ ; αἰῶνος καὶ ; ἡ ; ἀπάτη τοῦ ; πλούτου συμπνίγει τὸν ; λόγον, καὶ ; γίνεται. ἄκαρπος
متى 27: 29 Mat.27.29
وَضَفَرُوا إِكْلِيلاً مِنْ شَوْكٍ وَوَضَعُوهُ عَلَى رَأْسِهِ، وَقَصَبَةً فِي يَمِينِهِ. وَكَانُوا يَجْثُونَ قُدَّامَهُ وَيَسْتَهْزِئُونَ بِهِ قَائِلِينَ: السَّلاَمُ يَا مَلِكَ الْيَهُودِ.
πλέξαντες ; καὶ στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν ἐπὶ τὴν; κεφαλὴν; αὐτοῦ καὶ ; κάλαμον ἐπὶ τὴν; δεξιὰν; αὐτοῦ, καὶ γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν ; αὐτοῦ ἐνέπαιζον αὐτῷ λέγοντες· χαῖρε ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων.
وَسَقَطَ آخَرُ فِي الشَّوْكِ، فَطَلَعَ الشَّوْكُ وَخَنَقَهُ فَلَمْ يُعْطِ ثَمَرًا.
καὶ ; ἔπεσεν ἄλλο εἰς τὰς ; ἀκάνθας, καὶ ; ἀνέβησαν αἱ ; ἄκανθαι καὶ ; συνέπνιξαν ; αὐτό, καὶ ; οὐκ ἔδωκεν. καρπὸν
وَسَقَطَ آخَرُ فِي الشَّوْكِ، فَطَلَعَ الشَّوْكُ وَخَنَقَهُ فَلَمْ يُعْطِ ثَمَرًا.
καὶ ; ἔπεσεν ἄλλο εἰς τὰς ; ἀκάνθας, καὶ ; ἀνέβησαν αἱ ; ἄκανθαι καὶ ; συνέπνιξαν ; αὐτό, καὶ ; οὐκ ἔδωκεν. καρπὸν
وَهؤُلاَءِ هُمُ الَّذِينَ زُرِعُوا بَيْنَ الشَّوْكِ: هؤُلاَءِ هُمُ الَّذِينَ يَسْمَعُونَ الْكَلِمَةَ،
καὶ ; οὗτοί εἰσὶν οἱ τὰς ; σπειρόμενοι· εἰς ἀκάνθας οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούοντες τὸν ; λόγον
لأَنَّ كُلَّ شَجَرَةٍ تُعْرَفُ مِنْ ثَمَرِهَا. فَإِنَّهُمْ لاَ يَجْتَنُونَ مِنَ الشَّوْكِ تِينًا، وَلاَ يَقْطِفُونَ مِنَ الْعُلَّيْقِ عِنَبًا.
γὰρ ἕκαστον δένδρον γινώσκεται. ἐκ τοῦ ; ἰδίου ; καρποῦ γὰρ οὐ συλλέγουσιν ἐξ ἀκανθῶν σῦκα οὐδὲ τρυγῶσιν.¶ ἐκ βάτου σταφυλὴν
وَسَقَطَ آخَرُ فِي وَسْطِ الشَّوْكِ، فَنَبَتَ مَعَهُ الشَّوْكُ وَخَنَقَهُ.
καὶ ; ἔπεσεν ἕτερον ἐν μέσῳ τῶν ; ἀκανθῶν, καὶ ; συμφυεῖσαι αἱ ; ἄκανθαι ἀπέπνιξαν ; αὐτό.
وَسَقَطَ آخَرُ فِي وَسْطِ الشَّوْكِ، فَنَبَتَ مَعَهُ الشَّوْكُ وَخَنَقَهُ.
καὶ ; ἔπεσεν ἕτερον ἐν μέσῳ τῶν ; ἀκανθῶν, καὶ ; συμφυεῖσαι αἱ ; ἄκανθαι ἀπέπνιξαν ; αὐτό.
وَالَّذِي سَقَطَ بَيْنَ الشَّوْكِ هُمُ الَّذِينَ يَسْمَعُونَ، ثُمَّ يَذْهَبُونَ فَيَخْتَنِقُونَ مِنْ هُمُومِ الْحَيَاةِ وَغِنَاهَا وَلَذَّاتِهَا، وَلاَ يُنْضِجُونَ ثَمَرًا.
τὸ ; δὲ πεσόν, εἰς τὰς ; ἀκάνθας οὗτοί ; εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ πορευόμενοι συμπνίγονται ὑπὸ μεριμνῶν βίου καὶ ; πλούτου καὶ ; ἡδονῶν καὶ ; οὐ τελεσφοροῦσιν.
وَضَفَرَ الْعَسْكَرُ إِكْلِيلاً مِنْ شَوْكٍ وَوَضَعُوهُ عَلَى رَأْسِهِ، وَأَلْبَسُوهُ ثَوْبَ أُرْجُوَانٍ،
καὶ ; πλέξαντες οἱ ; στρατιῶται στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν τῇ αὐτοῦ ; κεφαλῇ καὶ ; περιέβαλον ; αὐτὸν ἱμάτιον πορφυροῦν
وَلكِنْ إِنْ أَخْرَجَتْ شَوْكًا وَحَسَكًا، فَهِيَ مَرْفُوضَةٌ وَقَرِيبَةٌ مِنَ اللَّعْنَةِ، الَّتِي نِهَايَتُهَا لِلْحَرِيقِ.
δὲ ἐκφέρουσα ἀκάνθας καὶ ; τριβόλους ἀδόκιμος καὶ ; ἐγγύς, κατάρας ἧς τὸ ; τέλος εἰς ; καῦσιν.¶