المعنى المختصر للكلمة
diastéllomai:
to set (oneself) apart (figuratively,
distinguish), i.e. (by implication) to enjoin
اللفظ الأصلي
διαστέλλομαι
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
diastéllomai
(dee-as-tel-lom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب
5
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
to set (oneself) apart (figuratively, distinguish), i.e. (by implication) to enjoin
الإنجليزية — KJV Translation Tags
charge
that which was
(give) commanded(-ment)
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
οὐ ; διεστειλάμεθα, (1×)
καὶ ; αὐτοῖς ; διεστείλατο (1×)
διεστείλατο (1×)
διαστελλόμενον· (1×)
αὐτὸς ; αὐτοῖς ; διεστέλλετο, (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 16: 20
Mat.16.20
حِينَئِذٍ أَوْصَى تَلاَمِيذَهُ أَنْ لاَ يَقُولُوا لأَحَدٍ إِنَّهُ يَسُوعُ الْمَسِيحُ.
Τότε διεστείλατο τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ μηδενὶ ; εἴπωσιν ; ἵνα ὅτι ; αὐτός ; ἐστιν Ἰησοῦς ὁ ; χριστός.¶
مرقس 7: 36
Mrk.7.36
فَأَوْصَاهُمْ أَنْ لاَ يَقُولُوا لأَحَدٍ. وَلكِنْ عَلَى قَدْرِ مَا أَوْصَاهُمْ كَانُوا يُنَادُونَ أَكْثَرَ كَثِيرًا.
καὶ ; αὐτοῖς ; διεστείλατο ἵνα μηδενὶ ; εἴπωσιν δὲ ὅσον αὐτὸς ; αὐτοῖς ; διεστέλλετο, αὐτοὶ ἐκήρυσσον. μᾶλλον περισσότερον
مرقس 7: 36
Mrk.7.36
فَأَوْصَاهُمْ أَنْ لاَ يَقُولُوا لأَحَدٍ. وَلكِنْ عَلَى قَدْرِ مَا أَوْصَاهُمْ كَانُوا يُنَادُونَ أَكْثَرَ كَثِيرًا.
καὶ ; αὐτοῖς ; διεστείλατο ἵνα μηδενὶ ; εἴπωσιν δὲ ὅσον αὐτὸς ; αὐτοῖς ; διεστέλλετο, αὐτοὶ ἐκήρυσσον. μᾶλλον περισσότερον
أعمال الرسل 15: 24
Act.15.24
إِذْ قَدْ سَمِعْنَا أَنَّ أُنَاسًا خَارِجِينَ مِنْ عِنْدِنَا أَزْعَجُوكُمْ بِأَقْوَال، مُقَلِّبِينَ أَنْفُسَكُمْ، وَقَائِلِينَ أَنْ تَخْتَتِنُوا وَتَحْفَظُوا النَّامُوسَ، الَّذِينَ نَحْنُ لَمْ نَأْمُرْهُمْ.
Ἐπειδὴ ἠκούσαμεν ὅτι τινὲς ἐξελθόντες ἐξ ; ἡμῶν ἐτάραξαν ; ὑμᾶς λόγοις ἀνασκευάζοντες τὰς ; ψυχὰς ; ὑμῶν λέγοντες περιτέμνεσθαι καὶ ; τηρεῖν τὸν ; νόμον, οἷς οὐ ; διεστειλάμεθα,
العبرانيين 12: 20
Heb.12.20
لأَنَّهُمْ لَمْ يَحْتَمِلُوا مَا أُمِرَ بِهِ: وَإِنْ مَسَّتِ الْجَبَلَ بَهِيمَةٌ، تُرْجَمُ أَوْ تُرْمَى بِسَهْمٍ.
γὰρ οὐκ ἔφερον τὸ διαστελλόμενον· κἂν θίγῃ τοῦ ; ὄρους, θηρίον λιθοβοληθήσεται ἢ βολίδι κατατοξευθήσεται,