ك
إصحاح
G1290
G1291. diastéllomai
G1292
المعنى المختصر للكلمة
diastéllomai: to set (oneself) apart (figuratively, distinguish), i.e. (by implication) to enjoin
اللفظ الأصلي διαστέλλομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق diastéllomai (dee-as-tel-lom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 5 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to set (oneself) apart (figuratively, distinguish), i.e. (by implication) to enjoin

الإنجليزية — KJV Translation Tags
charge that which was (give) commanded(-ment)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οὐ ; διεστειλάμεθα, (1×) καὶ ; αὐτοῖς ; διεστείλατο (1×) διεστείλατο (1×) διαστελλόμενον· (1×) αὐτὸς ; αὐτοῖς ; διεστέλλετο, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 16: 20 Mat.16.20
حِينَئِذٍ أَوْصَى تَلاَمِيذَهُ أَنْ لاَ يَقُولُوا لأَحَدٍ إِنَّهُ يَسُوعُ الْمَسِيحُ.
Τότε διεστείλατο τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ μηδενὶ ; εἴπωσιν ; ἵνα ὅτι ; αὐτός ; ἐστιν Ἰησοῦς ὁ ; χριστός.¶
فَأَوْصَاهُمْ أَنْ لاَ يَقُولُوا لأَحَدٍ. وَلكِنْ عَلَى قَدْرِ مَا أَوْصَاهُمْ كَانُوا يُنَادُونَ أَكْثَرَ كَثِيرًا.
καὶ ; αὐτοῖς ; διεστείλατο ἵνα μηδενὶ ; εἴπωσιν δὲ ὅσον αὐτὸς ; αὐτοῖς ; διεστέλλετο, αὐτοὶ ἐκήρυσσον. μᾶλλον περισσότερον
فَأَوْصَاهُمْ أَنْ لاَ يَقُولُوا لأَحَدٍ. وَلكِنْ عَلَى قَدْرِ مَا أَوْصَاهُمْ كَانُوا يُنَادُونَ أَكْثَرَ كَثِيرًا.
καὶ ; αὐτοῖς ; διεστείλατο ἵνα μηδενὶ ; εἴπωσιν δὲ ὅσον αὐτὸς ; αὐτοῖς ; διεστέλλετο, αὐτοὶ ἐκήρυσσον. μᾶλλον περισσότερον
إِذْ قَدْ سَمِعْنَا أَنَّ أُنَاسًا خَارِجِينَ مِنْ عِنْدِنَا أَزْعَجُوكُمْ بِأَقْوَال، مُقَلِّبِينَ أَنْفُسَكُمْ، وَقَائِلِينَ أَنْ تَخْتَتِنُوا وَتَحْفَظُوا النَّامُوسَ، الَّذِينَ نَحْنُ لَمْ نَأْمُرْهُمْ.
Ἐπειδὴ ἠκούσαμεν ὅτι τινὲς ἐξελθόντες ἐξ ; ἡμῶν ἐτάραξαν ; ὑμᾶς λόγοις ἀνασκευάζοντες τὰς ; ψυχὰς ; ὑμῶν λέγοντες περιτέμνεσθαι καὶ ; τηρεῖν τὸν ; νόμον, οἷς οὐ ; διεστειλάμεθα,
لأَنَّهُمْ لَمْ يَحْتَمِلُوا مَا أُمِرَ بِهِ: وَإِنْ مَسَّتِ الْجَبَلَ بَهِيمَةٌ، تُرْجَمُ أَوْ تُرْمَى بِسَهْمٍ.
γὰρ οὐκ ἔφερον τὸ διαστελλόμενον· κἂν θίγῃ τοῦ ; ὄρους, θηρίον λιθοβοληθήσεται ἢ βολίδι κατατοξευθήσεται,