ك
إصحاح
◄ G398
G0399. anaphérō
G400 ►
المعنى المختصر للكلمة
anaphérō: to take up (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي ἀναφέρω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق anaphérō (an-af-er-o)
تكرار الورود في الكتاب 8 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to take up (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
bear bring (carry, lead) up offer (up)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀνενεγκεῖν (1×) ἀνενέγκας. (1×) ἀνενέγκας (1×) ἀνενέγκαι (1×) ἀναφέρειν (1×) ἀνήνεγκεν (1×) οὖν ; ἀναφέρωμεν (1×) καὶ ; ἀνεφέρετο (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (8 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَفِيمَا هُوَ يُبَارِكُهُمُ، انْفَرَدَ عَنْهُمْ وَأُصْعِدَ إِلَى السَّمَاءِ.
καὶ ; ἐγένετο ; ἐν αὐτὸν τῷ ; εὐλογεῖν ; αὐτοὺς διέστη ἀπ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; ἀνεφέρετο εἰς τὸν ; οὐρανόν.
الَّذِي لَيْسَ لَهُ اضْطِرَارٌ كُلَّ يَوْمٍ مِثْلُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ أَنْ يُقَدِّمَ ذَبَائِحَ أَوَّلاً عَنْ خَطَايَا نَفْسِهِ ثُمَّ عَنْ خَطَايَا الشَّعْبِ، لأَنَّهُ فَعَلَ هذَا مَرَّةً وَاحِدَةً، إِذْ قَدَّمَ نَفْسَهُ.
ὃς οὐκ ἔχει ἀνάγκην καθ᾽ ἡμέραν ὥσπερ οἱ ; ἀρχιερεῖς ἀναφέρειν θυσίας πρότερον ὑπὲρ τῶν ; ἁμαρτιῶν ἰδίων ἔπειτα τῶν ; τοῦ λαοῦ· γὰρ ἐποίησεν τοῦτο ἐφάπαξ ἀνενέγκας. ἑαυτὸν
الَّذِي لَيْسَ لَهُ اضْطِرَارٌ كُلَّ يَوْمٍ مِثْلُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ أَنْ يُقَدِّمَ ذَبَائِحَ أَوَّلاً عَنْ خَطَايَا نَفْسِهِ ثُمَّ عَنْ خَطَايَا الشَّعْبِ، لأَنَّهُ فَعَلَ هذَا مَرَّةً وَاحِدَةً، إِذْ قَدَّمَ نَفْسَهُ.
ὃς οὐκ ἔχει ἀνάγκην καθ᾽ ἡμέραν ὥσπερ οἱ ; ἀρχιερεῖς ἀναφέρειν θυσίας πρότερον ὑπὲρ τῶν ; ἁμαρτιῶν ἰδίων ἔπειτα τῶν ; τοῦ λαοῦ· γὰρ ἐποίησεν τοῦτο ἐφάπαξ ἀνενέγκας. ἑαυτὸν
هكَذَا الْمَسِيحُ أَيْضًا، بَعْدَمَا قُدِّمَ مَرَّةً لِكَيْ يَحْمِلَ خَطَايَا كَثِيرِينَ، سَيَظْهَرُ ثَانِيَةً بِلاَ خَطِيَّةٍ لِلْخَلاَصِ لِلَّذِينَ يَنْتَظِرُونَهُ.
οὕτως ὁ ; Χριστὸς καὶ προσενεχθεὶς ἅπαξ εἰς ἀνενεγκεῖν ἁμαρτίας πολλῶν ὀφθήσεται δευτέρου χωρὶς ἁμαρτίας εἰς ; σωτηρίαν.¶ τοῖς αὐτὸν ; ἀπεκδεχομένοις
فَلْنُقَدِّمْ بِهِ فِي كُلِّ حِينٍ ِللهِ ذَبِيحَةَ التَّسْبِيحِ، أَيْ ثَمَرَ شِفَاهٍ مُعْتَرِفَةٍ بِاسْمِهِ.
οὖν ; ἀναφέρωμεν δι᾽ ; αὐτοῦ διὰ ; διαπαντός τῷ ; θεῷ, θυσίαν αἰνέσεως τοῦτ᾽ ; ἔστιν καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ; ὀνόματι ; αὐτοῦ.
أَلَمْ يَتَبَرَّرْ إِبْرَاهِيمُ أَبُونَا بِالأَعْمَالِ، إِذْ قَدَّمَ إِسْحَاقَ ابْنَهُ عَلَى الْمَذْبَحِ.
οὐκ ἐδικαιώθη Ἀβραὰμ ὁ ; πατὴρ ; ἡμῶν ἐξ ; ἔργων ἀνενέγκας Ἰσαὰκ τὸν ; υἱὸν ; αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ; θυσιαστήριον;
كُونُوا أَنْتُمْ أَيْضًا مَبْنِيِّينَ كَحِجَارَةٍ حَيَّةٍ بَيْتًا رُوحِيًّا، كَهَنُوتًا مُقَدَّسًا، لِتَقْدِيمِ ذَبَائِحَ رُوحِيَّةٍ مَقْبُولَةٍ عِنْدَ اللهِ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ.
αὐτοὶ καὶ οἰκοδομεῖσθε ὡς ; λίθοι ζῶντες οἶκος πνευματικὸς εἰς ; ἱεράτευμα ἅγιον ἀνενέγκαι θυσίας πνευματικὰς εὐπροσδέκτους τῷ ; θεῷ διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ.
الَّذِي حَمَلَ هُوَ نَفْسُهُ خَطَايَانَا فِي جَسَدِهِ عَلَى الْخَشَبَةِ، لِكَيْ نَمُوتَ عَنِ الْخَطَايَا فَنَحْيَا لِلْبِرِّ. الَّذِي بِجَلْدَتِهِ شُفِيتُمْ.
ὃς ἀνήνεγκεν αὐτὸς τὰς ; ἁμαρτίας ; ἡμῶν ἐν τῷ ; σώματι ; αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ; ξύλον ἵνα ἀπογενόμενοι ταῖς ; ἁμαρτίαις ζήσωμεν· τῇ ; δικαιοσύνῃ οὗ τῷ ; μώλωπι ; αὐτοῦ ἰάθητε.