ك
إصحاح
G4094
G4095. pínō
G4096
المعنى المختصر للكلمة
pínō: to imbibe (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي πίνω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pínō (pee-no)
تكرار الورود في الكتاب 73 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a prolonged form of ; which (together with another form) ; occurs only as an alternate in certain tenses;

المعنى والشرح المفصل

to imbibe (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
drink

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πιεῖν (7×) πίω (3×) καὶ ; πίνων (3×) ἔπινον, (2×) πίνω (2×) πίνειν (2×) πίητε, (2×) καὶ ; πίνων, (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (73 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَإِذَا كُنْتُمْ تَأْكُلُونَ أَوْ تَشْرَبُونَ أَوْ تَفْعَلُونَ شَيْئًا، فَافْعَلُوا كُلَّ شَيْءٍ لِمَجْدِ اللهِ.
εἴτε ; οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε ποιεῖτε, τι ποιεῖτε. πάντα εἰς ; δόξαν θεοῦ
أَفَلَيْسَ لَكُمْ بُيُوتٌ لِتَأْكُلُوا فِيهَا وَتَشْرَبُوا. أَمْ تَسْتَهِينُونَ بِكَنِيسَةِ اللهِ وَتُخْجِلُونَ الَّذِينَ لَيْسَ لَهُمْ. مَاذَا أَقُولُ لَكُمْ. أَأَمْدَحُكُمْ عَلَى هذَا. لَسْتُ أَمْدَحُكُمْ.
μὴ ; γὰρ ἔχετε οἰκίας ἐσθίειν εἰς ; τὸ καὶ ; πίνειν; ἢ καταφρονεῖτε τῆς ; ἐκκλησίας τοῦ ; θεοῦ καὶ ; καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί εἴπω ὑμῖν; ἐπαινέσω ; ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ ἐπαινῶ.
كَذلِكَ الْكَأْسَ أَيْضًا بَعْدَمَا تَعَشَّوْا، قَائِلاً: هذِهِ الْكَأْسُ هِيَ الْعَهْدُ الْجَدِيدُ بِدَمِي. اصْنَعُوا هذَا كُلَّمَا شَرِبْتُمْ لِذِكْرِي.
ὡσαύτως τὸ ; ποτήριον καὶ μετὰ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ; ποτήριον ἐστὶν διαθήκη ἡ ; καινὴ ἐν ; τῷ ; ἐμῷ ; αἵματι· ποιεῖτε, τοῦτο ὁσάκις ; ἂν πίνητε, εἰς ; τὴν ; ἐμὴν ; ἀνάμνησιν.
فَإِنَّكُمْ كُلَّمَا أَكَلْتُمْ هذَا الْخُبْزَ وَشَرِبْتُمْ هذِهِ الْكَأْسَ، تُخْبِرُونَ بِمَوْتِ الرَّبِّ إِلَى أَنْ يَجِيءَ.
γὰρ ὁσάκις ; ἂν ἐσθίητε τοῦτον ἄρτον καὶ ; πίνητε, τοῦτο τὸ ; ποτήριον καταγγέλλετε τὸν ; θάνατον τοῦ ; κυρίου ἄχρι οὗ ; ἂν ἔλθῃ.¶
إِذًا أَيُّ مَنْ أَكَلَ هذَا الْخُبْزَ، أَوْ شَرِبَ كَأْسَ الرَّبِّ، بِدُونِ اسْتِحْقَاق، يَكُونُ مُجْرِمًا فِي جَسَدِ الرَّبِّ وَدَمِهِ.
Ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τοῦτον τὸν ; ἄρτον ἢ πίνῃ τὸ ; ποτήριον τοῦ ; κυρίου ἀναξίως ἔσται ἔνοχος τοῦ σώματος τοῦ ; κυρίου. καὶ ; τοῦ ; αἵματος
وَلكِنْ لِيَمْتَحِنِ الإِنْسَانُ نَفْسَهُ، وَهكَذَا يَأْكُلُ مِنَ الْخُبْزِ وَيَشْرَبُ مِنَ الْكَأْسِ.
δὲ δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ ; οὕτως ἐσθιέτω ἐκ τοῦ ; ἄρτου καὶ ; πινέτω· ἐκ τοῦ ; ποτηρίου
لأَنَّ الَّذِي يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ بِدُونِ اسْتِحْقَاق يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ دَيْنُونَةً لِنَفْسِهِ، غَيْرَ مُمَيِّزٍ جَسَدَ الرَّبِّ.
γὰρ ὁ ἐσθίων καὶ ; πίνων ἀναξίως ἐσθίει καὶ ; πίνει κρίμα ἑαυτῷ μὴ διακρίνων τὸ ; σῶμα τοῦ ; κυρίου.
لأَنَّ الَّذِي يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ بِدُونِ اسْتِحْقَاق يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ دَيْنُونَةً لِنَفْسِهِ، غَيْرَ مُمَيِّزٍ جَسَدَ الرَّبِّ.
γὰρ ὁ ἐσθίων καὶ ; πίνων ἀναξίως ἐσθίει καὶ ; πίνει κρίμα ἑαυτῷ μὴ διακρίνων τὸ ; σῶμα τοῦ ; κυρίου.
إِنْ كُنْتُ كَإِنْسَانٍ قَدْ حَارَبْتُ وُحُوشًا فِي أَفَسُسَ، فَمَا الْمَنْفَعَةُ لِي. إِنْ كَانَ الأَمْوَاتُ لاَ يَقُومُونَ، فَلْنَأْكُلْ وَنَشْرَبْ لأَنَّنَا غَدًا نَمُوتُ..
εἰ κατὰ ; ἄνθρωπον ἐθηριομάχησα ἐν Ἐφέσῳ, τί τὸ ; ὄφελος; μοι εἰ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, φάγωμεν καὶ ; πίωμεν, γὰρ αὔριον ἀποθνῄσκομεν.
لأَنَّ أَرْضًا قَدْ شَرِبَتِ الْمَطَرَ الآتِيَ عَلَيْهَا مِرَارًا كَثِيرَةً، وَأَنْتَجَتْ عُشْبًا صَالِحًا لِلَّذِينَ فُلِحَتْ مِنْ أَجْلِهِمْ، تَنَالُ بَرَكَةً مِنَ اللهِ.
γὰρ Γῆ ἡ ; πιοῦσα ὑετὸν τὸν ; ἐρχόμενον ἐπ᾽ ; αὐτῆς πολλάκις καὶ ; τίκτουσα βοτάνην εὔθετον ἐκείνοις γεωργεῖται, δι᾽ ; οὓς μεταλαμβάνει εὐλογίας ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ·
فَهُوَ أَيْضًا سَيَشْرَبُ مِنْ خَمْرِ غَضَبِ اللهِ، الْمَصْبُوبِ صِرْفًا فِي كَأْسِ غَضَبِهِ، وَيُعَذَّبُ بِنَارٍ وَكِبْرِيتٍ أَمَامَ الْمَلاَئِكَةِ الْقِدِّيسِينَ وَأَمَامَ الْخَرُوفِ.
αὐτὸς καὶ πίεται ἐκ τοῦ ; οἴνου τοῦ ; θυμοῦ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; κεκερασμένου ἀκράτου ἐν τῷ ; ποτηρίῳ τῆς ; ὀργῆς ; αὐτοῦ καὶ ; βασανισθήσεται ἐν ; πυρὶ καὶ ; θείῳ ἐνώπιον τῶν ; ἀγγέλων ἁγίων καὶ ; ἐνώπιον τοῦ ; ἀρνίου.
لأَنَّهُمْ سَفَكُوا دَمَ قِدِّيسِينَ وَأَنْبِيَاءَ، فَأَعْطَيْتَهُمْ دَمًا لِيَشْرَبُوا. لأَنَّهُمْ مُسْتَحِقُّونَ.
ὅτι ἐξέχεαν, αἷμα ἁγίων καὶ ; προφητῶν καὶ ; αὐτοῖς ; ἔδωκας αἷμα πιεῖν· γάρ ; εἰσιν.¶ ἄξιοί
لأَنَّهُ مِنْ خَمْرِ غَضَبِ زِنَاهَا قَدْ شَرِبَ جَمِيعُ الأُمَمِ، وَمُلُوكُ الأَرْضِ زَنَوْا مَعَهَا، وَتُجَّارُ الأَرْضِ اسْتَغْنَوْا مِنْ وَفْرَةِ نَعِيمِهَا.
ὅτι ἐκ τοῦ ; οἴνου τοῦ ; θυμοῦ τῆς ; πορνείας ; αὐτῆς πέπωκεν πάντα τὰ ; ἔθνη, καὶ ; οἱ ; βασιλεῖς τῆς ; γῆς ἐπόρνευσαν, αὐτῆς ; μετ᾽ οἱ ; ἔμποροι τῆς ; γῆς ἐπλούτησαν.¶ ἐκ τῆς ; δυνάμεως στρήνους ; αὐτῆς ; τοῦ